Skip to content

Η Κική Δημουλά και τα ποιήματά της.

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Η αγαπημένη ποιήτρια Κική Δημουλά άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 88 ετών σύμφωνα με το ιατρικό ανακοινωθέν εχθές το βράδυ (22/02/2020). Είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο μετά από καρδιακό επεισόδιο, ενώ έπασχε από σοβαρή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και καρδιακή ανεπάρκεια.

Η Κική Δημουλά, πατρικό όνομα Βασιλική Ράδου, ήταν από τις μεγαλύτερες σύγχρονες Ελληνίδες ποιήτριες, που τα ποιήματά της αναγνωρίσθηκαν από κριτικούς και ακαδημαϊκούς, αλλά κι αγαπήθηκαν βαθιά από τον κόσμο. Παντρεμένη με τον επίσης ποιητή Άθω Δημουλά, απέκτησε δυο παιδιά και ζούσε στην Αθήνα. Στα ποιήματα της, την απασχολούσαν θέματα όπως η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά, οι λέξεις και ο χρόνος. Κάθε φορά που την διαβάζουμε, βιώνουμε μαζί της όλες τις παρερμηνείες, τις παραφορές, τις ματαιώσεις και τις (ανα)μνήμες της ζωής.

Μερικά σημαντικά γεγονότα της ζωής της 

Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου το 1972.

Το 1989 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ.

Το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης.

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Ισπανικά, στα Ιταλικά, στα Πολωνικά, στα Βουλγαρικά, στα Γερμανικά και στα Σουηδικά.

Έχει πει για την ποίηση: «Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».

Είναι η τρίτη γυναίκα που έχει αναλάβει την έδρα των γραμμάτων που είχε μείνει κενή μετά τον θάνατο του Νικηφόρου Βρεττάκο (2002).

Παρακάτω, μερικά από τα ποιήματά της που αγαπήθηκαν περισσότερο.

 

 

Άνω Τελεία

Ναι, το έχω ξαναπεί
κι όσο οι λέξεις θα μ’ αφήνουν
ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω
φωναχτά ότι λέξεις φταίνε
αν όχι για όλα
πάντως για τα αξεπέραστα
σκέψου την λέξη «φεύγω»
πόσα «θα μείνω» γκρέμισε
και πόσα λες στοίχειωσαν
από τις λέξεις ξεχασμένα.
Ένοχές λέξεις δεν το συζητώ
ας μην επαναφέρω
τι άδικοχαμένα πήγανε εξαιτίας τους
χιλιάδες «σ’ αγαπώ»
τι λίγα που σωθήκανε σε μια φωτογραφία
κι αυτά δεν είναι τίποτα
σε σχέση με το αίφνης θα πάψω να μιλώ
όταν διαμιάς θα φύγουν όλες
οι λέξεις από μέσα μου με πρώτη
πρώτη πρώτη απ’ όλες τη λέξη Υπάρχω.
Κι εσύ γιατί ταράζεσαι δεν ήξερες
ότι μία λέξη είναι σαν τις άλλες
η τόσο ύπαρξή μας;
Απλώς προφέρεται αργά πολύ αργά
σα να ’ναι οι συλλαβές της ατέλειωτες
κι εγώ
όντας φανατική της ύπαρξης
με άρθρωση επιμονή παθιασμένη
θα εξακολουθήσω όταν
να την ξαναμιλώ έστω συλλαβιστά
κι ας μη μου έχει μείνει τότε
καμιά συλλαβή της.


Πέρασα

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα”

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.


Δες επίσης: «Φωτογραφία 1948» της Κικής Δημουλά: Το ποίημα της Παρασκευής.


Είναι Πέμπτη. Αυτό δεν προσθέτει τίποτα.
Είναι απόγευμα. Αυτό αφαιρεί.
Είναι καιρός βροχερός. Αυτό περιπλέκει.
Είσαι μόνος σου, κι αυτό προσθέτει, αφαιρεί, περιπλέκει.

(Απόσπασμα «Εκτός Σχεδίου»)


Θα ήθελα
κάπως αλλιώς ν’ αγαπιούνται τα πράγματα
στριμωγμένα
σ’ ένα μικρό δωμάτιο
που να είναι μπάνιο κουζίνα μαζί κι υπνοδωμάτιο
εντός και το καθιστικό
η μία χρήση να νίβει την άλλη
χώρισμα να μην υπάρχει
ούτε χώρος – σπιθαμή
για τον χωρισμό.
Θα ήθελα;
Και πού θα κοιμάται η προσποίηση;

(Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή «Άνω Τελεία»)


Ο Πληθυντικός Αριθμός

Ὁ ἔρωτας,
ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.


Σημείο Αναγνωρίσεως

άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε πρσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Από μακριά εξαπατάς.
Θαρρεί κανείς πώς έχεις ελαφρά ανακαθήσει
να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο πού είδες,
πώς παίρνεις φόρα να το ζήσεις.
Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:
δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου
μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο
κι η στάση σου είναι η θέλησή σου
κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις
την αγωνία του αιχμάλωτου.
Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:
αιχμάλωτη.
Δεν μπορείς
ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
Δεμένα είναι τα χέρια σου.
Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.
Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει
στην πορεία των μαρμάρων,
αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες
για ελευθερίες και ισότητες,
όπως οι δούλοι,
οι νεκροί
και το αίσθημά μας,
εσύ θα πορευόσουνα
μες στην κοσμογονία των μαρμάρων
με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,
εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.
Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε
στο μάρμαρο ο γλύπτης
κι υπόσχονται οι γοφοί σου
ευγονία αγαλμάτων,
καλή σοδειά ακινησίας.
Για τα δεμένα χέρια σου, πού έχεις
όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,
σε λέω γυναίκα.

Σε λέω γυναίκα
γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη.


Συμπληγάδες Συγκρίσεις

Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.
Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράσταση
βλέπω τί παίζεται πλαγίως
ἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζει
τὴν ἀναμονή.

Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶ
παπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.
Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονται
διπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.
Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιου
ἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ.
Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολα
μὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.

Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰ
στὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
εὕρημα στεριανό.
Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνει
βίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνία
φύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸν
ὀλοφυρμό. Γιὰ λίγο
καταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπου
μισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνω
κάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲς
σὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουν
ἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.

Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναι
οὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε;
Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.


Ανάσκελος Χρόνος

Χαμομηλάϰι ϰαὶ γρασίδι
στὰ μέσα ϰαὶ στὰ ἔξω χώματα
χλόη χαιρετιστιϰὴ
χρησμòς ἐξαπλώσεως
πρασινομαντεία.
Μεγάλη ἡ προσφορὰ τῆς ἀνανθίσεως
ϰαὶ μοιάζει εὔϰολη ὑπόθεση
τò τύλιγμα τῆς γύμνιας.
Τί πανιϰò ἡ τόση ἄνθιση
μή ϰαὶ δέν βρεῖ στὰ δέντρα θέση.
Xαμομήλια, γρασίδι ϰι ἀγριολούλουδα
ρηχή μαλαϰωσιὰ σὰν τοῦ βελούδου
ϰαὶ τοῦ ὅρϰου — μὴν πατᾶτε τοὺς ὅρϰους.

Тεράστια ϰύματα ἀγρῶν
ἔρχονται ἀπò τὰ βάθη τῆς ὑπαίθρου
βουλιάζουν ϰρινάϰια
λεμονανθοὶ ἀναφαίνονται,
μοναχοανθοί,
παλμώδης διάπλους Ἀπριλίου.
Τὸ ϰόϰϰινο τῆς παπαρούνας
φάρος ποὺ ἀναβοσβήνει.
Tεράστια ϰύματα ἀγρῶν
ἔρχονται ἀπὸ τὰ πελάγη τῆς ὑπαίθρου.
Κι ἀπò τὰ βάθη τοῦ ϰαιροῦ ἔρχονται
ϰαὶ σϰᾶνε χαμομήλια, γρασίδι, μοναχοανθοὶ
στὰ συρτάρια μου, ἀγριολούλουδα
στ’ἀγριοσυρτάρια μου.
Xαρὰ θεοῦ τὰ ϰλειδωμένα ἐϰεῖ μέσα πράγματα
ἀνταλλαγμένα, ἀνταλλάγματα ϰι ἀλλαγμένα
θυμητικῶν φτεροϰοπήματα
σύρσιμο προσφωνήσεων ἐϰεῖ μέσα
ψίθυροι ψίθυροι: ψιμύθια τῆς σιωπῆς
τῆς ἀγριοσιωπῆς,
μαῦρο βλαστάρι ἡ μελάνη
τῶν γραμμένων, τῶν ξεγραμμένων, τῶν γραφτῶν
τῶν ἀγριογραφτῶν.
Χρονολογίες μαϰροπρόσωπες
ποὺ νήστεψαν τò μέλλον ϰι ἅγιασαν
πετᾶν τὰ ράσα τους
ϰι ἀνθίζουν ἐγϰόσμιο ἀνάσϰελο χρόνο,
χρόνο ἀγριολούλουδο
ἀγριοσυρταριῶν.

Τετράπαχο γρασίδι στὰ συρτάρια μου
ρηχὴ μαλαϰωσιὰ σὰν τοῦ βελούδου
καὶ τοῦ πατημένου ὅρϰου
καὶ ρίχνει ϰάτι ξάπλες
μὰ ϰάτι ξάπλες ἡ φωτογραφία σου.


Tο Άλλοθι 

Kάθε που σ’ επισκέπτομαι
μονάχα ο καιρός που μεσολάβησε
από τη μια φορά στην άλλη έχει αλλάξει.
Kατά τα άλλα, όπως πάντα
τρέχει από τα μάτια μου ποτάμι
θολό το χαραγμένο όνομά σου
– ανάδοχος της μικρούλας παύλας
ανάμεσα στις δυο χρονολογίες
να μη νομίζει ο κόσμος ότι πέθανε
αβάπτιστη η διάρκεια της ζωής σου.
Eν συνεχεία σκουπίζω τις μαραμένες
κουτσουλιές των λουλουδιών προσθέτοντας
λίγο κοκκινόχωμα εκεί που ετέθη μαύρο
κι αλλάζω τέλος το ποτήρι στο καντήλι
με άλλο καθαρό που φέρνω.

Aμέσως μόλις γυρίσω σπίτι
σχολαστικά θα πλύνω το λερό
απολυμαίνοντας με χλωρίνες
και καυστικούς αφρούς φρίκης που βγάζω
καθώς αναταράζομαι δυνατά.
Mε γάντια πάντα και κρατώντας το σώμα μου
σε μεγάλη απόσταση από το νιπτηράκι
να μη με πιτσιλάνε τα νεκρά νερά.
Mε σύρμα σκληρής αποστροφής ξύνω
τα κολλημένα λίπη στου ποτηριού τα χείλη
και στον ουρανίσκο της σβησμένης φλόγας
ενώ οργή συνθλίβει τον παράνομο περίπατο
κάποιου σαλιγκαριού, καταπατητή
της γείτονος ακινησίας.

Ξεπλένω μετά ξεπλένω με ζεματιστή μανία
κοχλάζει η προσπάθεια να φέρω το ποτήρι στην πρώτη
τη χαρούμενη τη φυσική του χρήση
την ξεδιψαστική.
Kαι γίνεται πια ολοκάθαρο, λάμπει
το πόσο υποχόνδρια δε θέλω να πεθάνω

ακριβέ μου – πάρτο κι αλλιώς:
πότε δε φοβότανε το θάνατο η αγάπη;

 

Καλό ταξίδι.

Φωτογραφία εξωφύλλου: Σπύρος Στάβερης 

AUTHOR

Γιώτα Συνιρίδου

Κοινωνική λειτουργός ταγμένη στη λογοτεχνία και στην αρθρογραφία.

Loading...
«Να του πεις», η ιστορία της 29ης Ιανουαρίου 2019.
«Flash on Me», ένα εργαστήριο ενηλίκων για τη φωτογραφία ως επικοινωνία.