Land of Milk and Honey: Μία συζήτηση με τους Héctor Domínguez-Viguera και Andrés Díaz

Γιάννης Ανδρονικίδης
Land of Milk and Honey: Μία συζήτηση με τους Héctor Domínguez-Viguera και Andrés Díaz

*Click here for English
Με αφορμή την προβολή του ντοκιμαντέρ Land of Milk and Honey (2021) στο δεύτερο μέρος του 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (24 Ιουνίου – 4 Ιουλίου), μιλήσαμε με δύο από τους συντελεστές του, τον Héctor Domínguez-Viguera και τον Andrés Díaz για τη διαδικασία και τις συνθήκες κινηματογράφησης, την αισθητική και αναπαραστατική δυναμική ενός ντοκιμαντέρ που διαπλέκει το βίωμα με τη «μελέτη πεδίου», τη φύση, τη μνήμη, και τελικά την αναζήτηση μιας συνταγής.

Καθώς έβλεπα το ντοκιμαντέρ, σκεφτόμουν τις διαφορετικές σχέσεις που οριοθετείτε –ένα ζευγάρι, οικογένειες, παιδιά–, άνθρωποι που ζουν μαζί σε ένα κοινοτικό κτίριο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, απεικονίζετε διαφορετικές αισθήσεις του να ζεις σε αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς ως τον ίδιο κόσμο. Ακόμα κι αν βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη, λοιπόν, είναι σαν να μοιράζονται κοινές εμπειρίες. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία για εσάς, καθώς μοντάρατε το υλικό ή καθώς γυρίζατε την ταινία;

Héctor Domínguez-Viguera / Andrés Díaz: Το πιο σημαντικό ήταν να δημιουργήσουμε μια φιλία με αυτούς τους ανθρώπους, με τους οποίους ζήσαμε ουσιαστικά κατά τη διάρκεια της παραγωγής – όχι απαραίτητα στο ίδιο κτίριο, αλλά κοντά τους. Δεν είχαμε την κάμερα σε κάποιο εμφανές σημείο, αλλά μιλούσαμε για την ταινία μας, τις ιδέες και τα κίνητρά μας.

Αυτό που λέτε έχει πολύ ενδιαφέρον – στην ταινία, δεν ήμουν σίγουρος πώς καταφέρατε να δημιουργήσετε τέτοια οικειότητα, ειδικά με τις οικογένειες και τα παιδιά. Πραγματικά ένιωσα πως μπορούμε να τοποθετήσουμε το ντοκιμαντέρ κάπου ανάμεσα στη μυθοπλασία και την «πραγματικότητα».

HD / AD: Αυτό είναι αλήθεια. Ζώντας μαζί τους, μιλήσαμε πολύ για την ταινία και συμμετείχαν δημιουργικά σε αυτήν – ήθελαν ουσιαστικά να συμμετάσχουν. Πρότειναν καταστάσεις, συναντήσεις και πιθανές περιοχές που θα μπορούσαμε να επισκεφθούμε.

Έγιναν συνδημιουργοί της ταινίας, λοιπόν – περισσότερο από ό,τι σε μια ταινία/ ντοκιμαντέρ παρατήρησης, όμως, σωστά; Θέλω να πω, επειδή και οι δύο είστε παρόντες με έναν ενεργό τρόπο στη διαδικασία.

HD / AD: Ήταν κάπως περίεργο για εμάς, επειδή γυρίζαμε στη μέση του πουθενά. Ήρθαμε τόσο κοντά σε όλους αυτούς τους ανθρώπους και μετά… Ξέρεις, είναι πραγματικά δύσκολο να τους αποχαιρετίσεις. Οι άνθρωποι απολάμβαναν απόλυτα τη διαδικασία. Για εμάς, ήταν πολύ όμορφο επίσης. Και, ναι, ας πούμε, λίγο παράξενο ταυτόχρονα.

Επιστρέφοντας στην ταινία αυτή καθαυτή, είχατε στόχο μια γραμμική αφήγηση – ίσως μια αφήγηση που θα ακολουθούσε το δικό σας ταξίδι, τη διαδικασία μετακίνησής σας σε διαφορετικά μέρη;

HD / AD: Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία που μπορούμε να μοιραστούμε μαζί σου. Κάναμε το πρώτο μας ταξίδι με το αυτοκίνητό μας από τη Μαδρίτη στην Αρμενία – θέλαμε να κάνουμε μια ταινία που θα αντλούσε επίσης, μεταξύ άλλων, από τις επιπτώσεις του τουρισμού και της μετανάστευσης. Επιστρέψαμε στη Μαδρίτη και δεν μας άρεσε το υλικό που είχαμε. Σκεφτήκαμε, «αυτή δεν είναι η ταινία μας, πρέπει να ταξιδέψουμε ξανά.» Γνωρίζαμε όμως τους χαρακτήρες που είδες τώρα στην ταινία. Αυτή τη φορά, λοιπόν, θα ταξιδεύαμε για να συναντήσουμε αυτούς τους ανθρώπους. Βοσνία, Γεωργία και Ελλάδα: αυτά είναι τα μέρη που βλέπει κανείς στην ταινία. Για παράδειγμα, η οικογένεια από τη Συρία – τους γνωρίζουμε από το πρώτο μας ταξίδι και στη συνέχεια στο δεύτερο ταξίδι, τους βρήκαμε να ζουν κοντά στο Πολύκαστρο. Και, τώρα αυτή η οικογένεια βρίσκεται στη Γερμανία, ενώθηκε ξανά με τα υπόλοιπα μέλη της.

Πιστεύω πως αυτό είναι σημαντικό για όσους βλέπουν ή θα δουν το ντοκιμαντέρ: να δουν τα στάδια που ενέχει αυτή η διαδικασία, τους πολλαπλούς χωρισμούς που χαρακτηρίζουν την πορεία. Και, φυσικά, αυτό που περιγράψατε ως τη στιγμή της επανένωσης. Και πόση δύναμη ψυχής απαιτεί αυτή η συνεχής κίνηση, σωστά; Νομίζω ότι τα παιδιά απέδωσαν ίσως πιο εύγλωττα –μέσω εικόνων, ιστοριών και αναμνήσεων– αυτή την κατάσταση τόπου/μη τόπου, παλιού/νέου τόπου κ.ο.κ.

HD / AD: Από τη μία πλευρά, πράγματι, σκέφτονταν το παρελθόν, τις ουλές και το τραύμα, Σκέφτονταν, όμως, και το μέλλον – ονειρεύονταν μια νέα ζωή. Σίγουρα, δε χάνουν την ελπίδα. Για εμάς, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι αυτή η αντίθεση. Αυτό που πρέπει να επισημάνουμε, όμως, είναι ότι ήταν όλοι τόσο φιλόξενοι και φιλικοί – ακόμη και σε αυτήν την περίεργη κατάσταση, που δε γνωρίζεις ένα μέρος, που σκέφτεσαι το παρελθόν ή ονειρεύεσαι το μέλλον.

Η εξοικείωση με ένα μέρος μπορεί να είναι μια μακρά, επίπονη διαδικασία. Πόσο μάλλον, όταν δεν ξέρεις καν τι πρόκειται να συμβεί την επόμενη μέρα, σωστά; Ίσως, πρέπει κανείς να φέρει το «σπίτι» του/της όπου κι αν πηγαίνει, μέσα στους δεσμούς της οικογένειάς του/της. Και όμως, υπάρχει ένα άλλο στοιχείο στην ταινία που θα ήθελα πολύ να συζητήσουμε: αφορά τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την απώλεια. Υπάρχουν δύο σκηνές που θυμάμαι καθαρά: μία στο νεκροταφείο με μια μεγάλη σε ηλικία κυρία, σχετικά κοντά στο τέλος της ταινίας, και άλλη μία που έμοιαζε περισσότερο με απόσπασμα από νέα – ή κάτι σαν αρχειακό υλικό.

HD / AD: Ναι, η Bella είναι η μεγάλη σε ηλικία κυρία που αναφέρεις, αναζητά νεκρούς ανθρώπους από τον πόλεμο της Βοσνίας. Τα τέσσερα παιδιά της πέθαναν στον πόλεμο και έχει αφιερώσει τη ζωή της σε αυτή την αναζήτηση. Κατόπιν, αυτό που μοιάζει με αρχειακό υλικό, μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως μεταφορά για την ιστορία, για όλα τα κρυμμένα τραύματα.

Πράγματι, παίρνει κανείς τη διαβεβαίωση ότι το τραύμα είναι πάντα εκεί, βαθιά ριζωμένο στο χρόνο και το χώρο. Ως προς αυτό, κατανοώ πως η φύση παίζει θεραπευτικό ρόλο. Αυτή την αίσθηση παίρνει τουλάχιστον κανείς από τη σκηνή, όπου προσπαθούν να βρουν τα διαφορετικά ονόματα και τις έννοιες των δέντρων. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν θεωρείτε επίσης ότι η επαφή με τη φύση είναι μια μορφή αναγέννησης – η συμβολική μετάβαση σε μια νέα ζωή.

HD / AD: Βέβαια. Άλλωστε, μιλάμε [κυριολεκτικά εδώ] για το Land of Honey and Milk – για την προσπάθεια ανακάλυψης αυτού του Τόπου. Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζεις πότε και αν έχεις φτάσει. Η φύση παίζει αυτό τον σημαντικό, θεραπευτικό ρόλο. Υπάρχει ένα κεφάλαιο στην ταινία που μιλά για αυτή ακριβώς τη μετάβαση, αν μπορούμε να την προσεγγίσουμε ως μετάβαση – σίγουρα για τη σύνδεσή μας με τη φύση. Η φύση είναι χωρίς όρια, ίσως αυτό είναι κάτι που μπορούμε να σκεφτούμε περαιτέρω.

Υπάρχει μια όμορφη στιγμή στην ταινία: η οικογένεια –η κόρη τους έχει έρθει να τους επισκεφθεί– συζητά στη μέση ενός δάσους, μια κιθάρα συνοδεύει τις σκέψεις τους. Αισθάνομαι πως υποδηλώνει, με νοσταλγικό αλλά και συνάμα επαναστατικό τρόπο, τις αλλαγές στη ζωή τους. Αυτό που ήθελα να σας ρωτήσω όμως σχετίζεται με την αρχή της ταινίας: την προετοιμασία μιας συνταγής – τα συστατικά, τις συνιστώμενες δοσολογίες και ούτω καθεξής. Η ερώτησή μου είναι η εξής: υπάρχει συνταγή για το Land of Honey and Milk; Αν σας έλεγα να σκεφθείτε το ταξίδι και τη διαδικασία των γυρισμάτων, θα λέγατε ότι οι άνθρωποι που συναντήσατε είχαν βρει μια συνταγή για τη νέα τους ζωή – ή ήταν μάλλον σε μια συνεχή αναζήτηση αυτής της συνταγής;

HD / AD: Αυτό που πιστεύουμε βάση του ταξιδιού και των γυρισμάτων μας είναι ότι βρίσκονταν σε μια συνεχή αναζήτηση – ειδικά οι Βόσνιοι και οι Γεωργιανοί. Αν σκεφτούμε την οικογένεια από τη Συρία… Ίσως θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε την άποψή τους – τώρα δηλαδή, που επανενώθηκαν στη Γερμανία. Ίσως, έχουν βρει νέους τρόπους για να ζουν μαζί: σίγουρα δουλεύουν, φαίνονται ευτυχισμένοι. Αλλά, στην ταινία, ναι. Όλοι οι χαρακτήρες αναζητούν – στην πραγματικότητα παλεύουν να βρουν αυτή τη Γη. Ξέρετε, στην πορεία, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν δύσκολες στιγμές και άλλες Μέλι-Γάλα. Αυτό που πρέπει να επισημάνουμε, είναι οι ομοιότητες που παρατηρήσαμε στις διαφορετικές χώρες – χώρες απομακρυσμένες ή γεωγραφικά ορισμένες.

Πόσο ενδιαφέρον έχει πράγματι αυτή η παρατήρηση: στο τέλος της ταινίας, είναι σαν όλοι αυτοί οι διαφορετικοί χαρακτήρες να ζουν και να ονειρεύονται στο ίδιο μέρος.

HD / AD: Είμαστε πολύ χαρούμενοι που το λες αυτό. Αυτή ακριβώς ήταν η ιδέα μας – να δείξουμε ότι, παρόλο που ζουν σε διαφορετικά μέρη, είναι σαν να βρίσκονται όλοι μαζί σε μια φανταστική πόλη, μια φανταστική Γη.

 

English


Land of Milk and Honey: A conversation with Héctor Domínguez-Viguera and Andrés Díaz

After the screening of Land of Milk and Honey (2021) at the 23rd Thessaloniki Documentary Festival (24 June – 4 July), we spoke with Héctor Domínguez-Viguera and Andrés Díaz about the filming process, the aesthetic and representational dynamics of a documentary that intertwines embodied experience with “fieldwork”, nature memory, and ultimately the search for a recipe.

As I was watching the documentary, I was thinking of the different relationships you delineate – a couple, families, children–, people in a community-building living all together. So, you depict different senses of being in, what seems to be, the same world; even if they are in different places, it’s like they are sharing the same kinds of experiences. How was that experience for you while montaging the material or shooting the film?

Héctor Domínguez-Viguera / Andrés Díaz: The most important thing was to create a friendship with these people living together during the production. We lived together with the people you see in the film; not necessarily in the same building, but nearby. We wouldn’t show them the camera, but we would speak about our film, our ideas and incentives.

What you say is very interesting – in the film, I wasn’t sure how you were able to build such familiarity, especially with families and children. I actually felt it is located somewhere in between fiction and fact.

H.D. / A.D.: That’s true. While living with them, we spoke a lot about the film, and they participated creatively in it; they truly wanted to participate. They would propose situations, meetings and possible areas to visit.

So, they became co-creators of the film – more than in an observational film/documentary, though, right? I mean, due to both of you being actively present in the process.

H.D. / A.D.: It was bizarre for us because we were shooting in the middle of nowhere. We came so close to all of those people, and then… You know, it is hard really to say goodbye. The people thoroughly enjoyed the process; for us, it was very beautiful as well. And, yes, let’s say, a bit strange at the same time.

Going back to the film per se, were you aiming for a linear narration – perhaps one that would follow your own journey, your process of moving around different places?

H.D. / A.D.: So, there’s an interesting story to share with you. We did our first travel in our car from Madrid to Armenia – we wanted to make a film that would also draw, among others, from the effects of tourism and migration. We came back to Madrid, and we didn’t like the material we had; we thought, “this is not our film; we need to travel again.” But we knew the characters that are now in the film. So, this time, we would travel to meet these people. Bosnia, Georgia, and Greece: these are the places you see in the film. For example, the Syrian family, we know them from our first travel, and then on the second travel, we found them living near Polykastro. And, now this family is in Germany, reunited with the rest of its members.

I believe this is important for viewers: to see the stages this process entails; the multiple separations along the way. And, of course, what you described as the moment of reuniting. And how much resilience this constant movement requires, right? I think the children were the most eloquent in expressing –through images, stories, and memories– this state of place/non-place, old/new space, and so on.

H.D. / A.D.: On the one side, indeed, they were thinking about the past, about the scars and the trauma, but they were also thinking about the future; they were dreaming of a new life. They don’t lose hope. For us, what is interesting is this contrast. What we have to highlight, though, is that they were all so hospitable and friendly, even in this peculiar state of not knowing a place, of being reminiscent of the past or dreaming of the future.

Familiarizing with a place can be a long, arduous process. Then again, what happens when you don’t even know what’s going to happen the very next day, right? Perhaps, you are to carry your own home wherever you go, inside the bonds of your family. And yet, there’s another element quite present in the film; that is, how we deal with losing people. There are two scenes I can recall: one at the cemetery with an old lady, close to the end of the film, and another, which looked more like a newsreel –or something like archival footage.

H.D. / A.D.: Yes, Bella is the old woman you mention, searching for dead people from the Bosnian War. Her four children died in the War, and she has dedicated her life in search of dead people. Then, the one that looks like archival footage, can also work as a metaphor for history, for all the hidden trauma.

Indeed, you get the reassurance that trauma is always there, deeply rooted in time and space. In that, I understand nature to play a therapeutic role. We kind of get that sense at the scene, where they are trying to figure out the different names and meanings of trees. Thus, I wonder if you also consider contact with nature to be a form of rebirth – signifying this transition to a new life.  

H.D. / A.D.: Yes. After all, it’s the Land of Milk and Honey. They’re trying to find this Land. It’s very difficult to know when, and if, you have arrived. Nature plays this important, therapeutic role. There’s a chapter in the film that speaks about this very transition, if it is a transition – certainly about our connection with nature. Nature is without limits; we could perhaps think of that.

There is a beautiful moment in the film: the family –their daughter visiting– discussing in the middle of a forest, a guitar playing in the background; I feel it is suggestive, in a nostalgic but also kind of revolutionary way, of the changes in their lives. What I wanted to ask you, though, relates to the very beginning of the film: the preparation of a recipe, ingredients, recommended dosages, and so on. My question is thus: is there a recipe for the Land of Milk and Honey? If you were to contemplate on your trip and filming process, would you say the people you met had figured out a recipe for their new life – or were they in a constant search of that recipe?

H.D. / A.D.: What we got through our trip and filming is that they were in a continual search, especially Bosnian and Georgian people. If we were to think of the Syrian family, though, it would be interesting to know their point of view; we mean, now that they are reunited in Germany. Perhaps, they have figured out new ways to live together: they work, they seem happy. But, in the film, yes. All the characters are searching, actually fighting to find that Land. You know, along the way, people are met with difficult moments and moments of Honey and Milk. What we should point out, are similarities we saw in different countries – countries separated by distance or geographical lines.

What you mention is quite interesting; at the end of the film, it’s like all of these different characters live and dream at the very same place.

H.D. / A.D.: We are very happy you say that; that’s precisely our idea, to show that, even though they live in different places, it’s like they are all together in an imaginary city, an imaginary Land.

Αυτα τα έχεις διαβάσει;

Πληροφορίες
Πληροφορίες

Διαβάζοντας το BEATER αποδέχεστε την χρήση cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ Μάθετε περισσότερα