Skip to content

Ambassade: Η αρχιτεκτονική του ήχου και η τέχνη του να είσαι “μόνος μαζί” στο σκοτάδι!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Ζώντας κι εγώ στην Ολλανδία, είχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και νόημα να μιλήσω για πρώτη φορά με το ολλανδικό σχήμα Ambassade στο beater.gr, με αφορμή τις επερχόμενες live εμφανίσεις τους στην Ελλάδα στις 15 και 16 Μαΐου 2026, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Με το Manrira να σηματοδοτεί ένα τολμηρό νέο κεφάλαιο για το συγκρότημα, η συζήτησή μας κινήθηκε γύρω από τις ιδέες και τα συναισθήματα που διαμορφώνουν αυτό το project — από τη σχέση ανάμεσα στον ήχο, την αρχιτεκτονική, το σώμα και τον χώρο, μέχρι την ισορροπία ανάμεσα στην ένταση της dancefloor κουλτούρας και την εσωστρεφή ακρόαση. Μιλήσαμε επίσης για την απομάκρυνσή τους από την αισθητική του The Fool, τη σημασία της οπτικοακουστικής αφήγησης στις live εμφανίσεις τους, τον ρόλο της ακινησίας και της έντασης μέσα στα shows τους, αλλά και για τα δυστοπικά στοιχεία που διαπερνούν το έργο τους και το πώς αυτά αντανακλούν τη σημερινή πραγματικότητα.

Αν κάποιος έρθει στο live σας στην Ελλάδα χωρίς να γνωρίζει τη μουσική σας, τι θα θέλατε να νιώσει μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά;

Αποπροσανατολισμένος με έναν καλό τρόπο. Να μην είναι σίγουρος για το τι πρόκειται να ακολουθήσει. Σαν να έχει μπει σε έναν χώρο που δεν ακολουθεί ακριβώς τους κανόνες που περίμενε. Δεν μας ενδιαφέρει να δώσουμε αμέσως στον κόσμο αυτό που περιμένει από ένα live show. Θέλουμε να σταματήσουν να σκέφτονται από πού ήρθαν και να αρχίσουν να προσέχουν τι συμβαίνει μέσα στον χώρο, την αρχιτεκτονική του ήχου γύρω τους.

Το Manrira ακούγεται πολύ οπτικό — ξεκίνησε από εικόνες, ήχους ή από μια συγκεκριμένη ιδέα;

Ξεκίνησε από ένα πλαίσιο, μια ιδέα, αλλά συνδυασμένη με όλα όσα ανέφερες πριν. Είχα πολύ ξεκάθαρη εικόνα για το τι ήθελα και δεν ήθελα να απομακρυνθώ από αυτό, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι κάποια κομμάτια έπρεπε να μείνουν εντελώς εκτός. Ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να ακούγεται ασφυκτικός, αλλά για μένα ήταν στην πραγματικότητα απελευθερωτικός. 

Η μουσική σας κινείται ανάμεσα στην ενέργεια του club και την εσωστρεφή ακρόαση. Βλέπετε τους εαυτούς σας περισσότερο ως live μπάντα ή ως μέρος της dancefloor κουλτούρας;

Και τα δύο, και δεν πιστεύουμε ότι αυτή η ένταση ανάμεσά τους χρειάζεται να λυθεί. Η dancefloor κουλτούρα, στην καλύτερή της μορφή, ήταν πάντα εσωστρεφής — άνθρωποι μέσα σε σκοτεινά δωμάτια, μόνοι μαζί, επεξεργάζονται πράγματα που μερικές φορές δεν μπορούν να πουν δυνατά. Κι εμείς προερχόμαστε από αυτόν τον κόσμο.

Τι άλλαξε περισσότερο στη διαδικασία σας σε σύγκριση με το The Fool;

Νομίζω πως ουσιαστικά αλλάξαμε ύφος. Δεν μας ενδιέφερε πλέον εκείνο το ‘80s layer, οι αναφορές στα wave genres και όλα αυτά. Αυτή η μετατόπιση άλλαξε και τον τρόπο που συνθέταμε, ακόμη και στο επίπεδο του να πετάμε πράγματα που δεν εξυπηρετούσαν το πλαίσιο του δίσκου, όπως πιο συμβατικές pop ενορχηστρώσεις. Τα αφαιρούσα και ξεκινούσα ξανά από την αρχή — κι αυτό ήταν πολύ απελευθερωτικό.

Πλέον δουλεύετε σε μια πιο συνεργατική και οπτικοακουστική μορφή. Τι σας οδήγησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Η ίδια η μουσική το απαίτησε. Όταν δουλεύεις με συνθέσεις που έχουν τόσο έντονο κινηματογραφικό χαρακτήρα, δεν μπορείς να διαχωρίσεις αυτό που ακούς από αυτό που βλέπεις και αισθάνεσαι. Η οπτικοακουστική διάσταση δεν ήταν μια ιδέα που προσθέσαμε αργότερα πάνω στη μουσική. Υπήρχε ήδη μέσα της, με έναν τρόπο.

Πόσο συγχρονισμένα είναι τα visuals με τη μουσική κατά τη διάρκεια του The Tale of Manrira; Υπάρχει χώρος για αλλαγές live;

Προσπαθούμε να ακολουθούμε μια σταθερή ακολουθία. Πάντα ένιωθα ότι τα visuals και η μουσική πηγαίνουν χέρι-χέρι, και ο συγχρονισμός είναι σίγουρα ουσιαστικός σε αυτό.

Αναφέρεστε συχνά στη σχέση ανάμεσα στη φωνή, το σώμα και τον χώρο — πώς μεταφράζεται αυτό πάνω στη σκηνή;

Δεν αφορά μόνο αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή. Όταν βρίσκεσαι μέσα στον χώρο όπου πραγματοποιείται η performance μας, είσαι μέρος της. Ανάλογα με τον χώρο — το ύψος του ταβανιού, τον αριθμό του κόσμου, το τι απορροφούν ή αντανακλούν οι τοίχοι — δουλεύουμε όλοι μαζί με αυτά τα στοιχεία. Βρισκόμαστε πάντα σε διάλογο με την αρχιτεκτονική, με τον χώρο στον οποίο παίζουμε.

Σκέφτεστε το Manrira ως κάτι που ακούγεται, που παρακολουθείται ή που βιώνεται σωματικά;

Θέλουμε ο κόσμος να το νιώθει κάπου κάτω από τον λαιμό — και μετά, ιδανικά, να μείνει μαζί του με έναν τρόπο που θα τον κάνει να θέλει να το ακούσει ξανά, μόνος του, και να ανακαλύψει κάτι διαφορετικό εκεί μέσα.

Υπάρχει μια δυστοπική αίσθηση στο έργο σας — αντανακλά το παρόν ή πρόκειται περισσότερο για έναν φανταστικό κόσμο;

Το παρόν είναι ήδη αρκετά δυστοπικό, ώστε η γραμμή ανάμεσα στην αντανάκλαση και τη φαντασία να είναι πολύ λεπτή. Το Manrira έρχεται αντιμέτωπο με δομές αξίας, κέρδους και εξουσίας. Αυτό μας φάνηκε πιο ειλικρινές από την απελπισία ή τη διαφυγή. 

Τι είδους χώρο θεωρείτε ιδανικό για να παρουσιαστεί αυτό το project — και πώς συγκρίνεται αυτό με ένα club setting;

Το άλμπουμ περιλαμβάνει μια ποικιλία ήχων και συνθετικών προσεγγίσεων, κάτι που το κάνει κατάλληλο τόσο για έναν χώρο όπως ένα μουσείο, όσο και για ένα club ή μια live σκηνή. Προσωπικά, πιστεύω πως θα ήταν πραγματικά πολύ ενδιαφέρον να παρουσιάσουμε αυτό το έργο, με όλο τον συμβολισμό που κουβαλά, κάποια στιγμή μέσα σε μια εκκλησία.

Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο να δείτε ή να νιώσετε από το κοινό κατά τη διάρκεια αυτών των εμφανίσεων στην Ελλάδα;

Το αν θα διατηρηθεί η σιωπή. Υπάρχουν στιγμές στο Manrira όπου η μουσική ζητά από το κοινό να μην κάνει τίποτα — απλώς να βρίσκεται εκεί. Μας ενδιαφέρει να δούμε αν ο κόσμος θα αφεθεί σε αυτό ή αν θα αντισταθεί. Και τα δύο έχουν ενδιαφέρον.

Ποιο είναι το επόμενο βήμα για τους De Ambassade μετά από αυτές τις εμφανίσεις;

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 8 Μαΐου μέσω της Pinkman Records και οι εμφανίσεις στην Ελλάδα θα είναι η πρώτη φορά που θα παρουσιάσουμε αυτό το υλικό live — οπότε αυτή τη στιγμή είμαστε απόλυτα συγκεντρωμένοι σε αυτό. Το τι θα ακολουθήσει θα εξαρτηθεί από όσα θα μάθουμε μέσα από αυτές τις performances. Το Manrira είναι μια ιστορία, ένας ολόκληρος κόσμος. Και υπάρχει ακόμη περισσότερα μέσα του…

Ακούστε το ολοκαίνουργιο άλμπουμ των De Ambassade με τίτλο Manrira, που κυκλοφόρησε στις 8 Μαΐου, στο Spotify, στο YouTube και στις υπόλοιπες streaming πλατφόρμες.

______________________

Πληροφορίες:

Αθήνα | 15/5 | Ilion Plus | Kodrigktonos 17
w// Echo Canyon & Metaman ft. Irene Dendi
Θεσσαλονίκη | 16/5 | SOUL | 104 26ης Οκτωβρίου
w// Convex Model & Future Draft
Εισιτήρια: 16€ (Προπώληση) / 19€ (Ταμείο) | Έναρξη: 21:00
Προπώληση εισιτηρίων: εδώ

AUTHOR

Αλέξανδρος Τσώνης

Εάν ήταν τραγούδι θα ήταν το «Αλλιώτικο Παιδί» της Μαρίζας Ρίζου. Ένας space cowboy που ζει στο Άμστερνταμ, αγαπά το Star Wars, την country μουσική και τις queer τέχνες.

Loading...
Η «Καρυάτιδα!» του Γιώργου Καπουτζίδη έρχεται στη Θεσσαλονίκη για δύο μοναδικές βραδιές!
De Ambassade: Architecture of Sound, Dystopian Realities, and Being “Alone Together”