Πίσω από τα «Φέιγ Βολάν»: Ο Κωστής μας ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο του!
Είναι πάντα ιδιαίτερη χαρά να φιλοξενούμε στο Beater.gr καλλιτέχνες που όχι μόνο ξεχωρίζουν, αλλά τους ακούμε και τους παρακολουθούμε στενά—κι ο Κωστής είναι σίγουρα ένας από αυτούς. Με τη μουσική του να κινείται ανάμεσα στον έρωτα, τη νοσταλγία και την ανάγκη για ελευθερία, έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν κόσμο που σε τραβάει μέσα του με ειλικρίνεια και ευαισθησία. Με αφορμή το επερχόμενο live του στη Θεσσαλονίκη, βρήκαμε την ευκαιρία να κάνουμε μια κουβέντα μαζί του για τον δεύτερο δίσκο του «Φέιγ Βολάν», τη διαδρομή που τον οδήγησε σε αυτόν, αλλά και για όλα εκείνα που συμβαίνουν πίσω από τις μελωδίες του. Από τις πρώτες ιδέες μέχρι τη σκηνή, και από τις προσωπικές αναζητήσεις μέχρι τη συλλογική δημιουργία με τον papatanice, ο Κωστής μας ανοίγει ένα παράθυρο στον τρόπο που σκέφτεται, δημιουργεί και εξελίσσεται.
Γεια σου Κωστή και καλώς ήρθες στο Beater.gr. Για όσους δεν σε γνωρίζουν ακόμη, πώς θα σύστηνες τον εαυτό σου και τη μουσική σου;
Γεια σας είμαι ο Κωστής και χαίρομαι που έχουμε την ευκαιρία να τα πούμε. Σχετικά με τη μουσική θα ήταν προφανώς προτιμότερο την απάντηση να την δώσει ένας ακροατής αφού τόσοι ακροατές τόσες κι απαντήσεις. Εφόσον βέβαια βρισκόμαστε σε αυτό το σενάριο, όπου κάποιος δε γνωρίζει περί τίνος πρόκειται θα αναγκαστώ να το βάλω σε κάποια καλούπια.
Μάλλον λοιπόν πρόκειται για μια εξιστόρηση γεγονότων είτε φαντασιακών είτε πραγματικών με κύριο γνώμονα το έρωτα, την νοσταλγία και την ελευθερία ή την προσπάθεια απόκτησης της. Κυρίως, ειδικά στον δεύτερο δίσκο, υπάρχουν πολλές μελωδίες από διάφορα όργανα που ακολουθούν το δικό τους νήμα και η κάθε μία έχει κάτι άλλο να πει.
Σχετικά με εμένα δεν έχω να πω πολλά – μεγάλωσα στο Αγρίνιο, από τα δεκαοκτώ μου ζω και σπουδάζω στην Αθήνα και πλέον είμαι εικοσιπέντε. Αγαπώ τους φίλους μου, ενίοτε είμαι ντροπαλός, κάποιες σπάνιες φορές δαγκώνω.
Πρόσφατα κυκλοφόρησες και τον δεύτερο δίσκο σου. Τι σημαίνει για σένα ο τίτλος «Φέιγ Βολάν»;
Οφ δε ρέκορντς Φέιγ Βολάν ήταν το όνομα μιας ας πούμε ψυχεδελικής ροκ μπάντας που είχαμε φτιάξει μαζί με κάποιους φίλους το 21. Εκείνες οι μέρες ήταν οι πιο ξέγνοιαστες μέρες της ενήλικης ζωής μου – πραγματικά ήταν σα να μην πατάμε στο έδαφος, σαρώναμε την πόλη σαν ιπτάμενα φύλλα. Έτσι λοιπόν ας μην ψάξουμε να βρούμε πίσω από αυτόν τον τίτλο κάτι σοβαροφανές. Για εμένα Φέιγ Βολάν είναι τα prime rocks μου.
Πέρασες δύο χρόνια πειραματισμού για αυτόν τον δίσκο—τι άλλαξε μέσα σου σε αυτή τη διαδρομή;
Αρχικά είναι η ίδια η ζωή που σου επιβάλλεται και που σου ορίζει να αλλάξεις έτσι ώστε να αντιμετωπίσεις τις νέες προκλήσεις της. Οπότε λοιπόν ναι μεν πειραματιζόμαστε μέσα στο στούντιο, αλλά το στούντιο δεν είναι ιατρείο, δεν είναι αποστειρωμένο δηλαδή – θα φέρεις μαζί σου όλα τα συναισθήματα που σου δημιουργεί ο εξωτερικός κόσμος. Αν πάρεις αυτά τα συναισθήματα, τα κάνεις μουσική, διαλέξεις τα όργανα και το περιβάλλον, έπειτα καταφέρεις να τα κάνεις σήμα, πειραματιστείς σχετικά με το από τι μηχανήματα θα περάσει το κάθε σήμα, ε πάει μετά τελείωσε, είσαι άλλος άνθρωπος.
Έπειτα είναι και η βιομηχανία της μουσικής ή οποία σπανίως σχετίζεται αληθινά με τη μουσική η μιλά για τη μουσική η οποία μετά από ένα σημείο γίνεται φορτική και κουραστική. Αυτή η νέα γνώση επίσης με άλλαξε κι με έκανε περισσότερο επιφυλακτικό.
Ο papatanice είναι – απ’ όσο γνωρίζω – ο πιο στενός μουσικός σου συνεργάτης. Πώς είναι η συνεργασία μαζί του και τι διαφορετικό φέρνει στον ήχο σου και στους ήχους των δίσκων σου;
Να κάνω μία μικρή διόρθωση, ο papatanice aka Θωμάς Παπαθανάσης είναι ο πιο στενός μου φίλος – έπειτα ακολουθεί φυσικά και ο τίτλος του πιο στενού συνεργάτη. Για να απαντήσω όμως στην ερώτησή σου, δε θεωρώ πως ο Θωμάς φέρνει κάτι στον ήχο μου γιατί αυτό που ακούτε δεν είναι ο ήχος μου πλαισιωμένος από τους ήχους και την αισθητική του Θωμά, αλλά είναι ο ήχος μας – τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Όταν το ξεκινήσαμε πριν κάποια χρόνια το ξεκινήσαμε μαζί και χτίσαμε αυτό το σύμπαν από κοινού με την ίδια γλώσσα.
Να πω δυο λόγια για τον Θωμά και εκτιμώ πολύ ότι τον ανέφερες. Αυτός ο άνθρωπος αγαπά τη ζωή όσο αγαπά τη μουσική και το αντίστροφο, είναι ο άνθρωπος που θα βρίσκεται 10 ώρες στο στούντιο κι άλλες 10 ώρες έξω να αλωνίζει. Επίσης η γνώση του και η αντίληψή του γύρω από τις μουσικές του κόσμου είναι αφοπλιστική. Αν κάποιος νέος δημιουργός διαβάζει αυτά εδώ τα λόγια μη διστάσει να στείλει ένα μήνυμα στον Τόμι.
Υπήρξε κάποια στιγμή που ένιωσες ότι «έδεσε» ο δίσκος;
Λοιπόν, ο δίσκος κυκλοφόρησε μέσα Μάρτη. Ενώ όπως αλήθεια έχω πει τον γράφαμε και πειραματιζόμασταν πάνω σε αυτόν δύο χρόνια όλα έβγαλαν νόημα τον Σεπτέμβρη του 25. Θυμάμαι πως μέχρι τότε πολλά πράγματα δε μας άρεσαν, ήταν βαριά, δεν έπλεαν ωστόσο δε ξέραμε τι να αλλάξουμε και προσπαθούσαμε να χτίσουμε πάνω στη ήδη υπάρχουσα δουλεία ενός χρόνου σχεδόν έως τότε. Ε λοιπόν μετά από κούραση και απόγνωση λέμε τα διαγράφουμε (όχι όλα αλλά τα περισσότερα) και τα ξανακάνουμε πάλι, παίρνουμε οι δυο μας πολύ χρόνο στο στούντιο και κάνουμε κάτι τελείως προσωπικό κι ελεύθερο. Τότε είναι που ο δίσκους άρχισε να δένει, να μπορεί να ακουστεί όλος μαζί – αρχίσαμε να βάζουμε και synths, βάλαμε και τύμπανα (που δεν είχαμε στο πρώτο άλμπουμ) κι σε ένα εξάμηνο ξανά-είχαμε δίσκο!
Υπάρχει κάποιο κομμάτι του «Φέιγ Βολάν» που ξεχωρίζεις αυτή την περίοδο;
Δύσκολη ερώτηση αυτή, είναι σα να ρωτάς ένα γονιό αν ξεχωρίζει κάποιο παιδί του αυτή την περίοδο. Τα αγαπώ όλα τα τραγούδια μου γιατί όσο τα έγραφα με βοηθούσαν να εκφράσω και ξεπεράσω δύσκολες κι έντονες καταστάσεις – όλα έχουν βάλει το λιθαράκι τους. Ίσως απλώς να έχω μία ιδιαίτερη αγάπη για το τελευταίο αριθμητικά τραγούδι του δίσκου, το σαν ταξίδι.
Το λέω αυτό διότι αυτό το τραγούδι το είχα γράψει στην προηγούμενη μπάντα που σου είπα τα Φέιγ βολάν, κι αποφασίσαμε να το εντάξουμε στο νέο μας δίσκο. Οπότε κάθε φορά που το ακούω με ταξιδεύει πίσω σε εκείνες τις ημέρες.
Πώς φαντάζεσαι τον ιδανικό τρόπο να ακούσει κάποιος το «Φέιγ Βολάν»;
Τι να σου πω τώρα, δε ξέρω. Πολλά άτομα μου έχουν πει πως τον ακούνε σα ζευγάρια, δηλαδή με τους έρωτες τους ας πούμε – δε λέω σίγουρα είναι ένας καλός τρόπος να ακούσεις το δίσκο.
Εμένα θα μου άρεσε περισσότερο να γυρνάω από κάπου ξημερώματα, να χαράζει και να αποφασίσω να περπατήσω μέχρι τον προορισμό μου με τον δίσκο στα αυτιά μου.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη δημιουργία αυτού του άλμπουμ;
Πάντα υπάρχει ο φόβος του προηγούμενου δίσκου και του χαρακτήρα που έχεις δημιουργήσει έως τώρα. Εμείς γράφουμε πάντα πολύ προσωπικά και για κάποιον ακατάληπτο λόγο οι άνθρωποι ταυτίστηκαν μαζί μας κι μας πέταξαν σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο σύμπαν της μουσικής, σαν ένα συγκεκριμένο άστρο ρε παιδί μου. Δηλαδή όταν θέλουν να κοιτάξουν ένα συγκεκριμένο φως θα κοιτάξουν αυτό το άστρο, αν θέλουν ένα άλλο τότε θα κοιτάξουν ένα άλλο άστρο.
Εμείς δυσκολευτήκαμε με το κατά πόσο θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από το φως αυτού του άστρου, από τον χαρακτήρα που μας είχε ήδη προσδοθεί – από την άλλη αν κάναμε πάλι κάτι πολύ παρόμοιο με τον πρώτο δίσκο θα έπαυε να είναι προσωπικό μιας κι πλέον δεν είμαστε καθαρά αυτό.
Η απόφαση τελικά που λάβαμε είναι να κάνουμε ότι ακριβώς αισθανόμαστε και να το πάμε όπου θέλουμε να το πάμε και νομίζω πως δικαιωθήκαμε.
Στις 9 Μαΐου, επιστρέφεις στη Θεσσαλονίκη για να το παρουσιάσεις live—πώς σου φαίνεται αυτό;
Είναι φανταστικό, αγαπάμε τα λάιβς και τα περιμένουμε πως και πως. Όταν ακούς ένα τραγούδι στα αυτιά σου από κάποια πλατφόρμα θα ακούσεις πάντα το ίδιο πράγμα, μπορεί να σου γεννηθεί ένα διαφορετικό συναίσθημα αλλά ο ήχος θα είναι ο ίδιος. Σε μία σκηνή δεν συμβαίνει αυτό, βλέπεις το καλλιτέχνη να σου εκμυστηρεύεται και να σου εκφράζει κάτι ζωντανά, είναι πολύ προσωπικό κι ενωτικό. Το να παρουσιάσουμε ένα δίσκο που τον γράψαμε με πολλή αγάπη και κόπο σε μία πόλη που βράζει για μουσική με κάνει να αδημονώ.
Τι να περιμένει το κοινό από τη βραδιά στη Μικρή Σκηνή;
Δε θέλω να λέω μεγάλα λόγια και να υπόσχομαι πράγματα αλλά ξέρω πως με το σχήμα είμαστε σε μία πολύ ενωμένη φάση και μουσικά πολύ καλά. Έχουμε κάποιες διασκευές εκπλήξεις, ενδεχομένως να παίξουμε και κάποιο τραγούδι από τον επόμενο δίσκο.
Σε κάθε περίπτωση το λάιβ θα έχει πολλή ενέργεια και πέραν αυτής θεωρώ πως θα υπάρχει και κάτι μυσταγωγικό, κάτι εξαγνιστικό.
Πόσο διαφορετικά λειτουργούν τα κομμάτια ζωντανά σε σχέση με τον δίσκο;
Ε αυτό είναι κάπως ένα στοίχημα, εννοώ το τι θα επιλέξεις να κάνεις. Θεωρώ πως σε μία παρουσίαση δίσκου το πιο σωστό είναι να προσπαθήσεις να παίξεις τα τραγούδια όπως γράφτηκαν, δηλαδή και με τα όργανα που παίχτηκαν αλλά και αισθητικά. Σίγουρα θα χρειαστεί να κάνεις κάποιες εκπτώσεις, δηλαδή εάν ένα τραγούδι έχει δέκα όργανα ε μάλλον δε θα μπορείς να τα έχεις και τα δέκα οπότε σε αυτό μπορεί να υπάρχει μία απόκλιση που συνήθως δεν είναι αντιληπτή. Τώρα από εκεί και πέρα για εμένα τα κομμάτια ζωντανά είναι καλύτερα από τα κομμάτια όπως α ακούς στον δίσκο διότι χρειάζονται αρκετό χρόνο για να κάτσουν μέσα σου. Όσο πιο πολύ τα παίζεις τόσο πιο πολύ τα καταλαβαίνεις και τόσο καλύτερα τα αποτυπώνεις, οπότε έλα στο λαίβ.
Μετά το live και την κυκλοφορία, ποια είναι τα επόμενα βήματά σου;
Από του χρόνου θέλουμε να είναι η πρώτη μας χρονιά που θα παίξουμε πολύ και σταθερά. Μάλιστα ετοιμάζουμε και μία ωραία συνεργασία με ένα καλλιτέχνη που θαυμάζουμε πολύ – περισσότερα στο μέλλον.
Τέλος ήδη με τον Θωμά σκιαγραφούμε τον τρίτο δίσκο ο οποίος θα διαφέρει από αυτά που έχετε ακούσει έως τώρα από εμάς, όχι καθοριστικά αλλά θα διαφέρει.
______________________
Πληροφορίες:
Σάββατο, 9 Μαΐου 2026
Μικρή Σκηνή, Επταλόφου 14 Θεσσαλονίκη
Εισιτήρια: εδώ



