Συζητώντας με τη Θέλγια Πετράκη γύρω από την κινηματογραφική της πρακτική και την Bella.

Γιάννης Ανδρονικίδης
Συζητώντας με τη Θέλγια Πετράκη γύρω από την κινηματογραφική της πρακτική και την Bella.

*Click here for English

Με αφορμή τη συγκινητικά επιτυχημένη προσέγγιση στην ταινία μικρού μήκους Bella (2020), συνομιλήσαμε με τη σκηνοθέτη Θέλγια Πετράκη γύρω από την κινηματογραφική της πρακτική, την έρευνα που προϋποθέτει μία -τελικά- ενστικτώδης σκηνοθεσία, τη σχέση ηθοποιίας, ήχου και τεχνικής αλλά και μελλοντικά της σχέδια.

Σε ποιο βαθμό έχουν διαμορφώσει οι σπουδές σου στον κινηματογράφο, τον Οπτικό και Υλικό Πολιτισμό τη σκηνοθετική σου προσέγγιση, την επιλογή του υλικού και την προετοιμασία ιστορίας και πλοκής; 

Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου πάνω στον κινηματογράφο, ανακάλυψα τεχνικές πτυχές και πρακτικά ζητήματα που δομούν την παραγωγή ταινιών. Αντίστοιχα, μέσω των σπουδών μου στον Οπτικό και Υλικό Πολιτισμό έμαθα πώς να προχωράω πιο συνειδητά την υλοποίηση μιας ιδέας. Οπότε, ναι. Οι σπουδές μου με βοήθησαν σίγουρα να διαμορφώσω τις σκηνοθετικές μου δεξιότητες.

Υπάρχουν καλλιτέχνες και σκηνοθέτες που έχουν εμπνεύσει ή που σταθερά εμπνέουν την πρακτική σου;

Ναι, για μένα οι Τζόνας Μέκας, Κρις Μάρκερ, Τζον Κασσαβέτης, Σαντάλ Ακερμάν, Γκρέγκορι Μαρκόπουλος αποτελούν πραγματικά σταθερή έμπνευση.

Παρακολούθησα με πολύ ενδιαφέρον την ταινία μικρού μήκους Bella (2020) αρχικά στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας. Ένιωσα αμέσως πως αποτελεί μία συγκινητικά επιτυχημένη προσέγγιση από πολλές απόψεις – συμπεριλαμβανομένης μιας «ανοίκειας οικειότητας», η οποία επιτρέπει στους θεατές να την παρακολουθούν ξανά και ξανά, ανακαλύπτοντας συνεχώς διαφορετικά στοιχεία. Θα μπορούσες να μας περιγράψεις λίγο τη διαδικασία μέσω της οποίας πετυχαίνει κανείς μια τόσο ειλικρινή απεικόνιση του χώρου (ιδιωτικού και δημόσιου) και του χρόνου; Πώς έγινε η επιλογή και η επεξεργασία του υλικού, σε αυτήν την περίπτωση;

Η ιδέα πίσω από τη δημιουργία της συγκεκριμένης ταινίας ήταν, με βάση τα πρωτότυπα γράμματα της Άνθης και αντλώντας από τον συναισθηματικό της κόσμο, να αξιοποιηθεί η αυθεντικότητα που προσφέρει μια τεχνική, όπως αυτή της «ερασιτεχνικής/οικιακής ταινίας». Θελήσαμε, δηλαδή, να προσεγγίσουμε το κοινό απευθείας με το σπάσιμο του τέταρτου τείχους.

Χρησιμοποίησα μια ποικιλία υλικών και μορφών και πέρασα αρκετό χρόνο στην αίθουσα επεξεργασίας προσπαθώντας να δημιουργήσω ένα μωσαϊκό της ζωής της Άνθης κατά τη χρονιά 1986-87.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο 1986-87, μεταξύ Ελλάδας και Μόσχας, λίγο πριν την πτώση του κρατικού σοσιαλισμού. Παρά τις συνθήκες, διαφαίνεται ακόμη μια μορφή ελπίδας που ίσως αποδίδεται με μεγαλύτερη ακρίβεια μέσω αυτού που κατανοώ ως μια «δημιουργική» (επανα)συγγραφή του σεναρίου – μια έμφαση στη γλώσσα μέσω φράσεων, όπως «Άνεση και πολιτισμός», που πράγματι ακολουθούν τους θεατές πολύ μετά την παρακολούθηση της ταινίας.

Στην επιστολή της Άνθης, μπορεί κανείς να εντοπίσει επαναλαμβανόμενες μοναδικές εκφράσεις που αποκαλύπτουν την προοπτική της για τη ζωή και τον ευγενή, γενναίο και χιουμοριστικό τρόπο που συχνά αντιμετώπιζε τις καταστάσεις.

Θα έλεγες πως ο ήχος και η μουσική παίζουν επίσης ένα ζωτικό ρόλο στην ανασύνθεση του χρόνου, του χώρου και των χαρακτήρων; Σκέφτομαι ακόμα και το ίδιο το τραγούδι, το «Bella Ciao», που ακούμε όσο η Άνθη περιμένει στον σταθμό Βικτωρίας.

Πράγματι, η μουσική αποτελεί ένα μεγάλο μέρος της αναδημιουργίας, στον βαθμό μάλιστα που είναι (συν)δηλωτική των κοινωνικών και πολιτικών πτυχών της εποχής.

Αναρωτιόμουν επίσης αν, μαζί με την ανθρωπολογική σου προσέγγιση, αξιοποίησες την έννοια της «επιτελεστικότητας», καθώς επεξεργαζόσουν την Bella (ή και οποιαδήποτε από τις προηγούμενες ταινίες σου) – ένα είδος «παροντοποίησης» που συνεπάγεται συναισθηματικά και πολιτικά ενεργούς αφηγητές.

Προσωπικά, η διαδικασία της παρακολούθησης και της απεικόνισης μιας ιστορίας είναι περισσότερο μια ενστικτώδης αντίδραση στην υλοποίηση μιας έννοιας, παρά μια προσπάθεια εφαρμογής ακαδημαϊκής γνώσης ή μια στενότερη εφαρμογή μιας κανονιστικής φόρμας. Δε με ενδιαφέρει η τελειότητα, με ενδιαφέρει η ελευθερία της έκφρασης.

Η ηθοποιία της Έλενας Τοπαλίδου επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση της Άνθης ως γυναίκας, μητέρας, κόρης και συζύγου που προσπαθεί να συνομιλήσει με το σύζυγό της. Μοιράζεται μαζί του καθημερινές στιγμές που εκείνος αδυνατεί να βιώσει, ομολογώντας παράλληλα ενδόμυχες σκέψεις, σαν μέσα από ένα «ρεύμα συνείδησης». Πόσες σκηνοθετικές οδηγίες συμπεριλαμβάνεις στο σενάριο και πόσο χώρο αφήνεις για αυτοσχεδιασμό ή ανάπτυξη των χαρακτήρων στο σετ;

Το σενάριό μου είναι γραμμένο με λεπτομέρεια. Αγκαλιάζω, όμως, πάντοτε το απροσδόκητο, το τυχαίο, το λάθος που μπορεί να προκύψει στο σετ κατά τη διάρκεια του γυρίσματος.

Όταν η Άνθη (Έλενα Τοπαλίδου) συναντά τον Χρήστο (Νίκος Κουρής) σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, επιλέγεις να παρουσιάσεις τη συνάντησή τους σε αντίστροφη κίνηση. Στο σενάριο υπογραμμίζεται η ανάμνηση αυτής της συνάντησης, παραπέμποντας ίσως, ταυτόχρονα, στην εφήμερη φύση της μνήμης και της αγάπης. Δεν ξέρω αν θα συμφωνούσες με τα ακόλουθα: είναι σαν η Άνθη να κινείται προς τα πίσω (στο χρόνο) και προς τα μέσα, να σκέφτεται αν η αγάπη θα μπορούσε να είναι ένας χείμαρρος [όπως θα έλεγε η Τζίνα Ρόουλαντς στο Τζον Κασσαβέτης, Χείμαρροι Αγάπης, 1984].

Η αντίστροφη σκηνή δείχνει πράγματι ότι η ίδια η κατεύθυνση της σχέσης τους ρέει προς τα πίσω, οπότε με αυτή την έννοια, ναι, συμφωνώ.

Αν θυμάμαι καλά, μία ταινία μεγάλου μήκους πρόκειται να στηριχθεί στα γράμματα / απαντήσεις του Χρήστου και επομένως να αποκαλύψει σε μεγαλύτερο βάθος τη σχέση τους, την περίοδο αλλά και την εμπειρία της μετακίνησης και της εργασίας σε μια ξένη χώρα. Είναι το παραπάνω κάτι που ερευνάς παροντικά;  Ετοιμάζεις και άλλες ταινίες;

Προκειμένου να αναπτύξω την Bella ως ταινία μεγάλου μήκους θα χρειαστώ μια ερευνητική ομάδα που θα συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τη δεκαετία του ’80 στη Μόσχα. Αυτήν τη στιγμή, λοιπόν, συγκροτώ αυτήν την ομάδα. Εν τω μεταξύ, είμαι στη διαδικασία της προπαραγωγής μιας άλλης μεγάλου μήκους ταινίας πριν από την Bella.

English


A discussion with Thelyia Petraki around her film practice and Bella.

On the occasion of Bella (2020), a film that succeeds in many respects, we spoke with director Thelyia Petraki about her film practice, the research that allows for an instinctive directorial approach, the relationship between acting, sound, and technique but also plans for new feature films.

How much would you say your studies in film, Visual and Material Culture have shaped your directorial perspective, the selection of the material and the preparation of story and background? 

In my film studies, I found out about the technical aspects and the practicalities of filmmaking mostly and during my Visual and Material Culture studies, I learned how to be more conscious when I materialize an idea. So, yes, my studies have definitely helped me in shaping my directorial skills.

Are there some artists and directors that have or continue to inspire your practice?

Yes, to me, Jonas Mekas, Chris Marker, John Cassavetes, Chantal Akerman, Gregory Markopoulos are truly inspiring figures.

I first enjoyed watching Bella (2020) as part of Drama’s International Short Film Festival programme. I felt right away that it succeeds in many respects, including an ‘uncanny familiarity,’ which allows the film to be watched again and again, each time reflecting on different elements. Could you describe your process into achieving such an honest depiction of the space – both private and public – and time? How did you choose and engage with your material, in this case?

The concept of making this film was to use Anthi’s original letters, preserve her emotional realm, take advantage of the authentic look a home video technique offers and approach the audience directly through breaking the fourth wall. I used a variety of materials and formats and spent a substantial amount of time in the editing room attempting to create a mosaic of Anthi’s life during 1986-87.

So, we are around 1986-87 (the years the letters are written), in-between Greece and Moscow – just before the fall of State Socialism – where there appears to exist a certain kind of hope. I feel it is rendered more precise through, what I understand to be, a ‘creative’ (re)writing of the script – an emphasis on language and phrases, such as “Be cool and civilized” [Άνεση και πολιτισμός], phrases that indeed remain with the viewer long after watching the film.

In Anthi’s letter, one would find repeated unique expressions that indicate her perspective of life and the kind, brave, and humorous way she would often deal with situations.

Would you say sound and music also play a vital role in the recreation of time, space, and characters? In Bella, a connection could also be drawn to the very song (“Bella Ciao”) we listen to while Anthi is waiting in the Victoria Subway Station.

Indeed, music is a big part of the recreation, to the extent of creating a statement of the social and the political aspects of the era.

I was wondering if, along with your anthropological approach, you were also considering a performative aspect while working on Bella (or any of your previous films) – a kind of ‘reenaction’ that entails an emotionally and politically engaged narrator.

The process of observing and depicting a story, to me, is more of an instinctive reaction to materializing a notion than an attempt to apply academic knowledge or following the norm of a form. I am not interested in perfection; I am interested in freedom of expression.

Elena Topalidou’s personification of the character allows the viewer to better understand Anthi as a woman, a mother, a daughter and a wife reaching to her husband, sharing everyday moments he is not there to experience but also confessing her innermost thoughts, as if through a stream of consciousness. How much ‘direction’ do you write into your script, and how much room do you leave for improvisation or character development on set?

My script is written with detail, but I always embrace the unexpected, the random, the mistake that happens on set during shooting.

When Anthi (Elena Topalidou) meets Christos (Nikos Kouris) in a hotel room, you choose to present their meeting as if filmed backwards. In the script, you underline Anthi’s very memory of that meeting, pointing perhaps, at the same time, to the ephemeral nature of memory and love. Would you agree with the following: it is as if Anthi is steaming backwards (in time) and inwards, thinking whether love might be a stream [as Gena Rowlands would say in John Cassavetes, Love Streams, 1984].

The reverse scene indicates that that direction of their relationship is streaming backwards, so in that sense, yes, I agree.

I remember you mentioning in a discussion that a feature film is to follow Christos’ letters and thus view of their relationship but also the period and the experience of moving and working in a foreign country. Is that something you are currently working on? Are you doing research for other films to come, too?

In order to develop Bella as a feature film, I will need a research team to gather information about the period of the ’80s in Moscow, and I am currently assembling this team. Meanwhile, I am in the process of the pre-production of another feature film before Bella.

Αυτα τα έχεις διαβάσει;

Πληροφορίες
Πληροφορίες

Διαβάζοντας το BEATER αποδέχεστε την χρήση cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ Μάθετε περισσότερα