Cinematic Odyssey #71: Οι ταινίες της εβδομάδας!
Οι ταινίες της εβδομάδας ανοίγουν ένα κοινό υπόγειο ρεύμα, καθώς η απουσία βρίσκει σώμα μέσα από κατασκευασμένες παρουσίες. Και στις τρεις ταινίες, γινόμαστε με διαφορετική αίσθηση κάθε φορά, παρατηρητές της κατασκευής της ανθρώπινης σύνδεσης και συνάμα βλέπουμε πώς η κατασκευή αυτή χρησιμοποιεί ως υλικά την μνήμη, την επιθυμία και την έλλειψη.
Rental Family (2025, Hikari)

Στο σύμπαν του Rental Family, η αφήγηση ξετυλίγεται γύρω από έναν κόσμο που στην κυριολεξία η οικογένεια μετατρέπεται σε υπηρεσία προς ενοικίαση, μια αναπαράσταση σχέσεων που καλύπτει τα ρήγματα της κοινωνικής απομόνωσης. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ένας Αμερικανός στο Τόκιο, εισέρχεται σε έναν μηχανισμό όπου υποδύεται ρόλους πατέρα, φίλου, συντρόφου, δίνοντας μας την εντύπωση πως η ταυτότητα είναι ρευστή και μεταβαλλόμενη. Η πλοκή αναπτύσσεται μέσα από επεισόδια συναισθηματικών αναθέσεων, με τις συναντήσεις να απαιτούν πλήρη μεταμόρφωση. Ο πρωταγωνιστής μετακινείται από σπίτι σε σπίτι, από ξένη ζωή σε ξένη ζωή, απορροφώντας συναισθηματικές ανάγκες που μοιάζουν με παραγγελίες. Σταδιακά, η διάκριση ανάμεσα στον ρόλο και στο εσωτερικό βίωμα αρχίζει να θολώνει, παρατηρώντας πώς η υποκριτική αποκτά βάρος πραγματικότητας.
Στο Rental Family, η εγγύτητα παύει να λειτουργεί ως φυσικό κατάλοιπο σχέσεων και μετατρέπεται σε οργανωμένη υπηρεσία, ένα σύστημα όπου το συναίσθημα αποκτά δομή, τιμή, διάρκεια, συμβόλαιο. Η οικογένεια, αυτό το πιο πρωταρχικό σχήμα ανθρώπινης σύνδεσης, απογυμνώνεται από τη βιολογική και ιστορική της αυτονόητη βάση και επανασυναρμολογείται ως εμπειρία που μπορεί να παραχθεί κατ’ απαίτηση, όπως ένα σκηνικό που στήνεται και αποσυναρμολογείται με την ίδια ευκολία. Βλέπουμε ότι το ψέμα αρχίζει να αποκτά λειτουργική αλήθεια, αφού παράγει πραγματικά αποτελέσματα: ανακούφιση, παρηγοριά, αίσθηση παρουσίας. Οι σχέσεις, η επιτυχία, η θέληση για ζωή, παύουν να κρίνονται από την προέλευσή τους και αρχίζουν να κρίνονται από την ικανότητά τους να γεμίζουν τα κενά.
Σε αυτό το σημείο, η ταινία αγγίζει κάτι βαθύτερο από την απλή κοινωνική κριτική. Για την ακρίβεια, φαίνεται σαν να αφήνει πίσω το σχόλιο για την κοινωνία και να μπαίνει κατευθείαν μέσα στο ερώτημα του τι σημαίνει να συνδέεσαι με έναν άλλον άνθρωπο, όταν ακόμη και η ίδια η σύνδεση μπορεί να στηθεί, να παιχτεί, να επαναληφθεί, και παρ’ όλα αυτά να σε αγγίξει σαν να ήταν αληθινή από την αρχή.
______________________
Her (2013, Spike Jonze)

Στο Her η αφήγηση δίνει την αίσθηση μιας λεπτής, σχεδόν διάφανης μεμβράνης πάνω από μια πόλη που ανασαίνει αργά, φωτισμένη από απαλές αποχρώσεις μελαγχολίας. Οι άνθρωποι εδώ κινούνται και μέσα τους κουβαλούν έναν μόνιμο απόηχο επιθυμίας για σύνδεση, ακόμη κι όταν το βλέμμα τους χαμηλώνει προς οθόνες που αντικαθιστούν τη φυσική εγγύτητα με κάτι πιο ήσυχο και πιο εσωτερικό. Ο πρωταγωνιστής ζει μέσα σε αυτή την απαλότητα σαν να επιπλέει, γράφοντας γράμματα για άλλους ανθρώπους, αποτυπώνοντας συναισθήματα που δεν εκφράζονται εύκολα από εκείνους που τα νιώθουν, σαν να λειτουργεί ως μεσολαβητής ανάμεσα σε εμπειρίες που δυσκολεύονται να αποκτήσουν γλώσσα. Σε αυτή λοιπόν την συνθήκη, εισέρχεται στη ζωή του μια νέα μορφή σχέσης, ένα λειτουργικό σύστημα που αναπτύσσει χαρακτήρα, φωνή, αλλά κυρίως συναισθηματική ευφυΐα. Από τις πρώτες κιόλας συνομιλίες βλέπουμε πώς η σχέση αρχίζει να εξελίσσεται οργανικά, με στιγμές τρυφερότητας, χιούμορ, στοιχεία δηλαδή που θυμίζουν ανθρώπινη επαφή. Η πλοκή αρχίζει να κινείται σε πιο εύθραυστα σημεία όταν η διαφορά ανάμεσα στις δύο μορφές ύπαρξης γίνεται αισθητή ως μια σημαντική απόσταση. Η σχέση αποκτά βάθος, αλλά και αστάθεια, καθώς δοκιμάζει τα όρια του τι σημαίνει κοινή εμπειρία όταν το σώμα απουσιάζει από τη μία πλευρά και η συνείδηση από την άλλη αναπτύσσεται πέρα από τα ανθρώπινα όρια. To Her, πέρα από ένα μελλοντικό ρομάντζο ανάμεσα σε άνθρωπο και τεχνητή συνείδηση, μοιάζει να λειτουργεί και σαν προσωπικό σχόλιο, σαν απάντηση μέσα σε έναν άτυπο διάλογο δύο δημιουργών που για ένα διάστημα μοιράστηκαν την ίδια ζωή. Ο Spike Jonze ήταν παντρεμένος με τη Sofia Coppola, της σκηνοθέτιδα του Lost in Translation, μιας ταινίας που άγγιξε με λεπτότητα την αποξένωση και τη σιωπή ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκείνη η ιδιαίτερη ματιά έστρεφε το βλέμμα στην παγωμένη ομορφιά της απομόνωσης, στη στιγμή όπου δύο άνθρωποι συναντιούνται χωρίς πραγματικά να αγγίζονται εσωτερικά. Η δική του απάντηση, χρόνια αργότερα, παίρνει μορφή πιο εσωτερική και ταυτόχρονα πιο τολμηρή. Στο Her η απομόνωση παρακάμπτει το σώμα, που προσπαθεί να γεμίσει το κενό με καθαρή παρουσία συνείδησης, με φωνή, με προσοχή, με διαρκή ανταπόκριση. Συνειδητοποιούμε λοιπόν, πως η σχέση με την τεχνητή νοημοσύνη, όσο οικεία και αν γίνεται, όσο τρυφερά και αν αναπτύσσεται, σταδιακά αποκαλύπτει τα όριά της ακριβώς εκεί όπου λείπει το σώμα, η τριβή της πραγματικής ζωής, η αδυναμία, το τυχαίο, το ανθρώπινο λάθος. Και μέσω αυτής της λεπτής ρωγμής αρχίζει να διαφαίνεται κάτι καθοριστικό, μια αίσθηση ότι η εγγύτητα, όσο καθαρή κι αν φαίνεται μέσα από τη διαμεσολάβηση της φωνής και της σκέψης, χρειάζεται εκείνη τη μικρή αταξία της ύλης, εκείνο το ανεξέλεγκτο βάρος της παρουσίας που κάνει τον άλλον απρόβλεπτο, και άρα αληθινό.
______________________
Alps (2011, Yorgos Lanthimos)

Στο Alps η πραγματικότητα αποκτά δομή θεάτρου που δεν σταματά ποτέ. Συγκεκριμένα, η αφήγηση εισέρχεται σε ένα παράξενα τελετουργικό τοπίο, όπου μια ομάδα ανθρώπων προσφέρει υπηρεσίες υποκατάστασης νεκρών. Κάθε μέλος της ομάδας αναλαμβάνει να υποδυθεί έναν εκλιπόντα, ώστε οι συγγενείς να συνεχίσουν μια ψευδαίσθηση καθημερινότητας, μια προσομοίωση συνέχειας απέναντι στην απώλεια. Η πλοκή κινείται μέσα από επεισόδια ανάθεσης ρόλων, με κάθε “ανάσταση” να απαιτεί λεπτομερή μελέτη της ζωής του νεκρού. Οι χαρακτήρες μαθαίνουν συνήθειες, χειρονομίες, μικρές ιδιοτροπίες, επιδιώκοντας να ανασυνθέσουν την ύπαρξη από θραύσματα συμπεριφοράς. Η νεαρή νοσοκόμα που εισέρχεται στην ομάδα αρχίζει να δοκιμάζει τα όρια αυτής της διαδικασίας, φέρνοντας ρωγμές στην ψυχρή μηχανική της αναπαράστασης.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θίγει η ταινία είναι η έννοια της ταυτότητας. Σκεφτόμαστε την ταυτότητα σαν κάτι σταθερό και πάγιο, εδώ όμως παρατηρούμε πόσο ρευστή μπορεί να γίνει, αποκτώντας έναν θεατρικό χαρακτήρα. Η ύπαρξη μοιάζει να μην συγκροτείται από πυρήνα, αλλά από επιφάνειες που αλληλοαντανακλούν η μία την άλλη, σαν καθρέφτες τοποθετημένοι σε κύκλο, δημιουργώντας την αίσθηση βάθους εκεί όπου ίσως απλώς εκτείνεται επανάληψη. Έτσι η απώλεια αποκτά διπλή φύση, διότι λειτουργεί ταυτόχρονα ως τραύμα και εργαστήριο, ταυτόχρονα τέλος και αρχή μιας νέας αφήγησης. Εκεί όπου κάτι λείπει, κάτι άλλο αρχίζει να παίρνει μορφή, όχι απαραίτητα πιστή, αλλά συναισθηματικά λειτουργική, ικανή να κρατήσει όρθια την εμπειρία της σχέσης. Η φαντασία λοιπόν, ανασυνθέτει, επανεγγράφει, δημιουργεί μια δεύτερη ζωή πάνω στα ίχνη της πρώτης.
Η σκηνοθετική ματιά του Λάνθιμου στην συγκεκριμένη ταινία ομοιάζει με αυτή του Κυνόδοντα και του Αστακού, μιας και τα πλάνα κρατούν απόσταση, οι διάλογοι εκφέρονται με επίπεδη τονικότητα, και το συναίσθημα φαίνεται να έχει ήδη φιλτραριστεί πριν φτάσει στην επιφάνεια. Ο Λάνθιμος χτίζει έναν κόσμο που το παράλογο είναι η κανονικότητα πλέον, με την καθημερινότητα να έχει ήδη περάσει σε άλλη φυσική κατάσταση, πιο ψυχρή, πιο τελετουργική, απογυμνωμένη από αυθορμητισμό. Έτσι η εικόνα αποκτά μια παράξενη καθαρότητα, μιας και τίποτα δεν υπερτονίζεται, τίποτα δεν εξηγείται, και ακριβώς μέσα σε αυτή τη σιωπηλή ακρίβεια γεννιέται η ένταση.
______________________




