Skip to content

Άννα Μυκωνίου & Θανάσης Κολαλάς: Το Φεστιβάλ Επταπυργίου μάς θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνοι!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Το Φεστιβάλ Επταπυργίου επιστρέφει από τις 17 Ιουνίου έως τις 22 Ιουλίου 2026 με ένα πρόγραμμα βαθιά ανθρωποκεντρικό, αφιερωμένο στην αγάπη και τον έρωτα. Περιλαμβάνοντας 7 πρωτότυπες παραγωγές και συνολικά 16 εκδηλώσεις σχεδιασμένες αποκλειστικά για το ιστορικό φρούριο, ο θεσμός επενδύει σταθερά στο εγχώριο ταλέντο, καθώς το 85% των καλλιτεχνών προέρχεται από την Κεντρική Μακεδονία. Από τη μεγάλη επιστροφή της όπερας με τη «Μποέμ» του Πουτσίνι, μέχρι το ξεχωριστό αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη, το φετινό καλοκαίρι μάς προσκαλεί να αφήσουμε τις οθόνες και να συνδεθούμε ξανά με την τέχνη της ουσίας.

Λίγο πριν ανάψουν τα φώτα της σκηνής, συνομιλούμε με τους δύο αρχιτέκτονες αυτής της προσπάθειας. Η Άννα Μυκωνίου, Πρόεδρος και Καλλιτεχνική Διευθύντρια του Κέντρου Πολιτισμού της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, μας εισάγει στο όραμα της διοργάνωσης και στη συγκίνηση του ποιητικού λόγου. Δίπλα της, ο Θανάσης Κολαλάς, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ και σκηνοθέτης της φετινής όπερας, μας αναλύει πώς το λυρικό θέατρο μπορεί να γίνει ένα σύγχρονο, βιωματικό εργαλείο για τη νέα γενιά, μέσα σε έναν χώρο που κουβαλά το δικό του μοναδικό ιστορικό βάρος:

Άννα Μυκωνίου:

«Κυρία Μυκωνίου, το φετινό Φεστιβάλ είναι αφιερωμένο στην αγάπη και τον έρωτα. Σε μια εποχή που όλα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και οι ανθρώπινες σχέσεις συχνά γίνονται “ψηφιακές”, πόσο σημαντικό είναι για εσάς να επιστρέφουμε στις πρωτογενείς, “χειροποίητες” παραγωγές που μιλούν για το πιο παλιό και ταυτόχρονα πιο επίκαιρο συναίσθημα;»

Νομίζω πως σήμερα το έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα γίνονται γρήγορα, επιφανειακά, μέσα από οθόνες. Επικοινωνούμε συνεχώς, αλλά πολλές φορές χωρίς πραγματική επαφή. Και ίσως γι’ αυτό νιώσαμε την ανάγκη να αφιερώσουμε το φετινό Φεστιβάλ στον έρωτα,  ως βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση.

Εμένα προσωπικά με συγκινούν οι «χειροποίητες», όπως τις αναφέρετε,  παραγωγές. Αυτές που κουβαλούν μέσα τους κόπο, πρόβες, αγωνία, ψυχή. Παραστάσεις που γεννιούνται μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και συνεργασίες. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε στο Φεστιβάλ Επταπυργίου από την πρώτη στιγμή: να δημιουργούμε πρωτογενές καλλιτεχνικό έργο με αλήθεια και συναίσθημα.

Και ξέρετε… όταν ανεβαίνεις στο Επταπύργιο ένα καλοκαιρινό βράδυ, όταν πέφτει το φως πάνω στα τείχη και ακούγεται η πρώτη νότα ή ο πρώτος στίχος, συμβαίνει κάτι σχεδόν μαγικό. Οι άνθρωποι αφήνουν για λίγο πίσω την καθημερινότητα και συνδέονται ξανά με το συναίσθημα. Αυτό είναι για μένα ο πολιτισμός. Να θυμίζει στον άνθρωπο ότι δεν είναι μόνος.

«Είναι εντυπωσιακό ότι το 85% των καλλιτεχνών προέρχεται από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Πρόκειται για μια συνειδητή απόφαση “εσωτερικής επένδυσης” στο ταλέντο της περιοχής; Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε ανάμεσα σε μεγάλα ονόματα και στη στήριξη νέων δημιουργών;»

Απόλυτα συνειδητή. Από την πρώτη στιγμή πιστέψαμε ότι η Θεσσαλονίκη και συνολικά η Κεντρική Μακεδονία διαθέτουν σπουδαίο καλλιτεχνικό δυναμικό, που πολλές φορές δεν έχει τις ευκαιρίες που του αξίζουν. Υπάρχουν άνθρωποι εξαιρετικά ταλαντούχοι που επέλεξαν να μείνουν εδώ, να δημιουργήσουν εδώ, μακριά από την ευκολία της πρωτεύουσας. Και θεωρώ ότι τους οφείλουμε χώρο, εμπιστοσύνη και βήμα.

Ταυτόχρονα, πιστεύω πολύ και στις συναντήσεις. Στη μαγεία που συμβαίνει όταν ένας νέος δημιουργός βρίσκεται δίπλα σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη. Όταν ένας νέος μουσικός μοιράζεται τη σκηνή με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, για παράδειγμα,  ή όταν μια νέα φωνή ακούγεται δίπλα σε ανθρώπους που θαύμαζε από παιδί. Αυτές οι εμπειρίες είναι ανεκτίμητες.

Δεν μας ενδιαφέρει να φέρνουμε απλώς «μεγάλα ονόματα». Μας ενδιαφέρει να χτίζουμε γέφυρες. Να δημιουργούμε ένα οικοσύστημα όπου οι νέοι καλλιτέχνες μας νιώθουν ότι ανήκουν, ότι μπορούν να εξελιχθούν, να τολμήσουν, να ανθίσουν. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική επένδυση που μπορεί να κάνει ένας πολιτιστικός φορέας.

«Επιμελείστε προσωπικά το αφιέρωμα στον Γιώργο Σεφέρη. Τι είναι αυτό που σας συγκινεί περισσότερο στον δικό του “καημό της ρωμιοσύνης” και πώς μεταφέρεται η ποίησή του στον χώρο του Επταπυργίου;»

Ο Γιώργος Σεφέρης με συγκινεί βαθιά γιατί στην ποίησή του υπάρχει αυτή η σπάνια συνύπαρξη πληγής και φωτός. Διαβάζοντάς τον αισθάνεσαι πως κουβαλά ολόκληρη την Ελλάδα μέσα του — όχι την Ελλάδα των συμβόλων και των συνθημάτων, αλλά την Ελλάδα της μνήμης, της απώλειας, της προσφυγιάς, της θάλασσας, της νοσταλγίας. Αυτός ο “καημός της ρωμιοσύνης” που διαπερνά το έργο του δεν είναι μόνο ιστορικός· είναι βαθιά υπαρξιακός. Είναι η αγωνία του ανθρώπου να βρει πατρίδα, να ανήκει, να κρατήσει ζωντανές τις μνήμες του μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει συνεχώς.

Και νιώθω ότι το Επταπύργιο είναι ο ιδανικός χώρος για να ακουστεί αυτή η ποίηση. Γιατί και ο ίδιος ο χώρος κουβαλά μνήμη. Κουβαλά σιωπές, ίχνη ανθρώπων, ιστορίες εγκλεισμού, πόνου αλλά και ελπίδα. Όταν ο λόγος του Σεφέρη αντηχεί εκεί πάνω, κάτω από τον ουρανό της Θεσσαλονίκη, δεν λειτουργεί σαν απλή απαγγελία. Γίνεται μια βιωματική εμπειρία, σχεδόν τελετουργική. Οι λέξεις μοιάζουν να συνομιλούν με τα τείχη και με τη συλλογική μνήμη αυτής της πόλης.

Για αυτό το αφιέρωμα ήθελα δίπλα μου ανθρώπους που διαθέτουν όχι μόνο μεγάλο ταλέντο, αλλά και ευαισθησία. Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης και ο Παντελής Θεοχαρίδης είναι καλλιτέχνες βαθιά δεμένοι με τη Θεσσαλονίκη και με μια εσωτερικότητα που ταιριάζει απόλυτα στον κόσμο του Σεφέρη. Η Ελένη Δημοπούλου, με αυτή τη μαγική, διάφανη φωνή, φέρνει μια συγκίνηση σχεδόν υπόγεια, ενώ ο Γρηγόρης Βαλτινός, με τη σπάνια εκφραστικότητα της φωνής του, θα απογειώσει τον ποιητικό λόγο και θα του δώσει σώμα και ανάσα.

Αισθάνομαι ευγνώμων για τη συμμετοχή του Θεσσαλονικιού συνθέτη Γιώργου Καζαντζή, ο οποίος μελοποίησε πέντε νέα τραγούδια πάνω στην ποίηση του Σεφέρη με τρόπο αριστουργηματικό — με λεπτότητα, ευγένεια και βαθιά κατανόηση του ποιητικού σύμπαντος. Μαζί με τη Χορωδία «Γιάννης Μάντακας» δημιουργείται μια μεγάλη παραγωγή με άρωμα Θεσσαλονίκης, μια παράσταση που γεννήθηκε εδώ και ανήκει βαθιά σε αυτή την πόλη.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκινητικό στοιχείο του Φεστιβάλ: ότι για λίγες νύχτες, η ποίηση, η μουσική, οι άνθρωποι και η μνήμη ενώνονται και γίνονται ένα.

Θανάσης Κολαλάς:

«Κύριε Κολαλά, επιλέξατε να μεταφέρετε την ιστορία των τεσσάρων νεαρών καλλιτεχνών του Πουτσίνι στο σήμερα. Ποιοι είναι οι “Μποέμ” του 2026; Μπορεί ένας έρωτας που γεννήθηκε σε μια παγωμένη σοφίτα του 19ου αιώνα να συγκινήσει το ίδιο έναν άνθρωπο που παλεύει με τις δικές του ανασφάλειες στη σύγχρονη Θεσσαλονίκη;»

Νομίζω πως οι «Μποέμ» υπάρχουν παντού γύρω μας. Είναι οι νέοι άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε μια εποχή αβεβαιότητας, που κυνηγούν ένα όνειρο ενώ όλα γύρω τους τούς λένε να συμβιβαστούν. Είναι οι καλλιτέχνες που δουλεύουν ασταμάτητα χωρίς καμία βεβαιότητα, οι άνθρωποι που ερωτεύονται με πάθος ενώ ταυτόχρονα φοβούνται την απώλεια, τη μοναξιά, την αποτυχία. Σε αυτό το επίπεδο, η «La Bohème» του Τζάκομο Πουτσίνι είναι τρομακτικά σύγχρονη.

Γι’ αυτό και επέλεξα να τη μεταφέρω πιο κοντά στο σήμερα. Δεν με ενδιέφερε μια «μουσειακή» αναπαράσταση εποχής. Με ενδιέφερε να κοιτάξει ο θεατής τη σκηνή και να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Να νιώσει ότι αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι φίλοι του, γείτονές του, τα παιδιά της δικής μας πόλης. Η Θεσσαλονίκη έχει έντονη νεανική ενέργεια, αλλά και μια μελαγχολία που συνομιλεί πολύ με το έργο. Είναι μια πόλη γεμάτη όνειρα, αλλά και διαρκείς μεταβάσεις.

Και ξέρετε, αυτό είναι η όπερα για μένα: όχι κάτι «μακρινό» ή ελιτίστικο, αλλά ένας τρόπος να μιλήσουμε για τη ζωή με ακραία ένταση και αλήθεια. Η μουσική του Πουτσίνι φτάνει κατευθείαν στο συναίσθημα. Δεν χρειάζεται να «γνωρίζεις» όπερα για να συγκινηθείς. Χρειάζεται μόνο να έχεις αγαπήσει, να έχεις φοβηθεί, να έχεις χάσει.

Γι’ αυτό πιστεύω τόσο πολύ στην ανάγκη να φέρουμε τη νέα γενιά πιο κοντά στο λυρικό θέατρο. Αν οι νέοι άνθρωποι γνωρίσουν την όπερα χωρίς φόβο και στερεότυπα, θα ανακαλύψουν ότι μιλά για τους ίδιους. Η όπερα δεν είναι ένα είδος που ανήκει στο παρελθόν· είναι ένα τεράστιο συναισθηματικό εργαλείο που μπορεί ακόμη να μας ταρακουνήσει. Και αυτό είναι το μεγάλο μας στοίχημα στο Φεστιβάλ: να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινό που δεν θα βλέπει την όπερα σαν κάτι «δύσκολο», αλλά σαν μια εμπειρία βαθιά ανθρώπινη.

«Ως καλλιτεχνικός διευθυντής του θεσμού, αλλά και ως δημιουργός που “στήνει” μια ολόκληρη όπερα μέσα στα τείχη του φρουρίου, πώς διαχειρίζεστε τη δυναμική αυτού του χώρου; Πόσο επηρεάζει η ιστορικότητα και η ενέργεια του Επταπυργίου τις σκηνοθετικές σας αποφάσεις;»

Το Επταπύργιο δεν είναι ένας «χώρος παραστάσεων». Είναι ένας ζωντανός οργανισμός με μνήμη, βάρος και ενέργεια. Όταν δουλεύεις εκεί, δεν μπορείς να αγνοήσεις την ιστορία του. Οι πέτρες, η σιωπή του χώρου, η αίσθηση ότι χιλιάδες ανθρώπινες ιστορίες έχουν περάσει από εκεί, καθορίζουν αναπόφευκτα τις αποφάσεις σου.

Σκηνοθετικά, προσπαθώ πάντα να μην επιβληθώ στον χώρο, αλλά να συνομιλήσω μαζί του. Να αφήσω το ίδιο το μνημείο να «παίξει» μέσα στην παράσταση. Στην περίπτωση της «Μποέμ», αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη νεότητα των ηρώων και στη βαριά μνήμη του χώρου δημιουργεί κάτι πολύ συγκινητικό. Οι ήρωες ζουν τον έρωτα σαν να είναι αιώνιος, ενώ γύρω τους υπάρχει ένα περιβάλλον που θυμίζει διαρκώς τη φθορά και το πέρασμα του χρόνου.

Παράλληλα, το Επταπύργιο επηρεάζει και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε συνολικά το λυρικό θέατρο. Η όπερα σε έναν τέτοιο χώρο παύει να είναι ένα «κλειστό» γεγονός μέσα σε μια αίθουσα. Γίνεται εμπειρία σχεδόν τελετουργική. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό για το νέο κοινό. Ένας νέος άνθρωπος που ίσως δεν θα πήγαινε ποτέ σε μια όπερα, έρχεται στο Επταπύργιο και ξαφνικά βιώνει κάτι που τον ξεπερνά. Αυτή η εμπειρία μπορεί να γίνει η αρχή μιας σχέσης ζωής με το λυρικό θέατρο.

Πιστεύω βαθιά ότι η εκπαίδευση του κοινού δεν γίνεται θεωρητικά· γίνεται βιωματικά. Γίνεται όταν η τέχνη σε συγκλονίζει. Και ο χώρος αυτός έχει τη δύναμη να μετατρέψει μια παράσταση σε μνήμη ζωής.

«Κάθε χρόνο επιμένετε σε παραγωγές που σχεδιάζονται αποκλειστικά για το Φεστιβάλ. Αυτό προσδίδει μια μοναδικότητα, αλλά σίγουρα εμπεριέχει και μεγάλο ρίσκο και κόπο. Τι είναι αυτό που σας κάνει να μην επιλέγετε την “ασφάλεια” μιας έτοιμης παραγωγής, αλλά να προτιμάτε τον δύσκολο δρόμο της δημιουργίας από το μηδέν;»

Γιατί πιστεύω ότι ο πολιτισμός δεν πρέπει απλώς να «μεταφέρεται» από πόλη σε πόλη σαν προϊόν. Πρέπει να γεννιέται. Να έχει ρίζες στον τόπο όπου δημιουργείται. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε στο Φεστιβάλ Επταπυργίου από την πρώτη στιγμή: να χτίζουμε πρωτογενές καλλιτεχνικό έργο που να φέρει τη σφραγίδα της Θεσσαλονίκη και των ανθρώπων της.

Ναι, είναι πολύ πιο δύσκολο. Ξεκινάς από το μηδέν. Στήνεις τα πάντα: τη δραματουργία, τις ενορχηστρώσεις, τη σκηνοθεσία, την αισθητική, τη σχέση με τον χώρο. Υπάρχει αγωνία, ρίσκο, αβεβαιότητα. Αλλά υπάρχει και κάτι μαγικό: η αίσθηση ότι δημιουργείς κάτι που δεν υπήρχε πριν. Κάτι που γεννήθηκε εδώ, μέσα από συνεργασίες, από εμπιστοσύνη, από κοινό όραμα.

Και αυτό συνδέεται άμεσα και με το λυρικό θέατρο. Αν θέλουμε πραγματικά να αποκτήσει η πόλη μια νέα σχέση με την όπερα, δεν αρκεί να φιλοξενούμε έτοιμες παραγωγές. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια δική μας λυρική ταυτότητα. Να εκπαιδεύσουμε νέους τραγουδιστές, μουσικούς, σκηνογράφους, τεχνικούς. Να δώσουμε στους νέους καλλιτέχνες χώρο να δουλέψουν πάνω στην όπερα, να κάνουν λάθη, να εξελιχθούν.

Αυτό είναι το όραμά μου: ένα Φεστιβάλ που δεν παράγει μόνο παραστάσεις, αλλά ανθρώπους. Ένα Φεστιβάλ που θα μπορέσει να διαμορφώσει μια νέα γενιά κοινού και δημιουργών για το λυρικό θέατρο στη Βόρεια Ελλάδα. Γιατί η όπερα δεν πρέπει να είναι μια σπάνια πολυτέλεια που «επισκέπτεται» την πόλη. Πρέπει να γίνει μέρος της πολιτιστικής της ταυτότητας.

AUTHOR

Ερμής Ανδρεάδης

Τρώει όλα τα λεφτά του βλέποντας θέατρο και αγοράζοντας καλοκαιρινά ρούχα. Πηγαίνει σε συναυλίες, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, ή και δύο... μπορεί και τρεις! Όταν ήταν μικρός, ήθελε να γίνει αεροπόρος. Σπούδασε φιλόσοφος.

Loading...
«ΗΘΟΠΟΙΟΣ (ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΝ!)»: Μια ευαίσθητη ματιά στα παρασκήνια και τις χαμένες αξίες του θεάτρου