Cinematic Odyssey #75: Οι ταινίες της εβδομάδας!
Μιας και διανύουμε την περίοδο του καλοκαιριού, δεν θα μπορούσαμε να μην εστιάσουμε στην εποχή αυτή. Το καλοκαίρι φαίνεται να συνδέεται άρρηκτα με την επιθυμία, τουλάχιστον στον κόσμο του κινηματογράφου, για αυτό και αναδύεται ως μια ιδιαίτερη χρονική συνθήκη, στην οποία οι ανθρώπινες σχέσεις αποκτούν διαύγεια, και οι αποφάσεις γεννιούνται από λεπτές ισορροπίες, ανάμεσα στην ροή της στιγμής και των σκέψεων που ακολουθούν. Κάπως έτσι λοιπόν, στις ταινίες της εβδομάδας θα εξερευνήσουμε τρεις διαφορετικές κινηματογραφικές προσεγγίσεις που εξετάζουν την αγάπη, τη συνύπαρξη και την αστάθεια των δεσμών, χρησιμοποιώντας διαφορετικές οπτικές γωνίες και υφές αφήγησης.
Conte D’Été (Éric Rohmer, 1996)

Το «A Summer’s Tale» αποτελεί ίσως μία από τις πιο στοχαστικές δημιουργίες του Ρομέρ, καθώς αφηγείται την ιστορία του Γκασπάρ, ενός νεαρού άνδρα που καταφθάνει σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο, με σκοπό να συναντήσει τη σύντροφό του, τη Λένα, μια παρουσία που κυριαρχεί στη σκέψη του ήδη από την πρώτη στιγμή. Η άφιξή της, ωστόσο, μετατίθεται διαρκώς, παρατείνοντας μια κατάσταση αναμονής, που σταδιακά θα τον οδηγήσει σε μια αφορμή για εσωτερική περιπλάνηση. Μέσα λοιπόν σε αυτό το διάστημα γνωρίζει τη Μαργκό, μια σερβιτόρα με οξυδέρκεια, φυσικότητα και διάθεση για ειλικρινή επικοινωνία. Μαζί της αναπτύσσει μια σχέση βασισμένη στην εμπιστοσύνη, στις ατελείωτες συζητήσεις και σε μια αδιόρατη ερωτική έλξη που αιωρείται ανάμεσά τους, χωρίς ποτέ όμως να αποκτά ξεκάθαρο προορισμό. Παράλληλα, η γνωριμία του με τη γοητευτική Σολέν περιπλέκει ακόμη περισσότερο το συναισθηματικό του τοπίο, φανερώνοντας έτσι πώς το καλοκαίρι μπορεί να λειτουργήσει ως μια αλληλουχία διλημμάτων και διαρκών μετατοπίσεων. Η πλοκή μοιάζει απλή, όμως παρατηρούμε πώς σταδιακά αποκτά βάθος καθώς γινόμαστε μάρτυρες πληθώρων διαλόγων, σιωπών και μικρών κινήσεων των ηρώων, σε σχέση με την ταυτότητα και την επιθυμία.
Ο Ρομέρ προσεγγίζει τον έρωτα ως μια αδιάκοπη διαδικασία αυτογνωσίας, κατά την οποία κάθε συνάντηση λειτουργεί σαν καθρέφτης που αντανακλά τις αβεβαιότητες και τις αντιφάσεις του ανθρώπου. Επιπλέον, η θάλασσα φαίνεται να αποκτά μεταφυσική διάσταση, μιας και συμβολίζει την αδιάκοπη μεταβολή των συναισθημάτων και την αδυναμία της ζωής να παραμείνει αμετάβλητη. Το καλοκαίρι φωτίζεται έτσι σαν μια ενδιαφέρουσα χρονική ζώνη, με ποιητικότητα, παρορμήσεις και όνειρα, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην επιθυμία και στη λογική, φανερώνοντας πως οι πιο ουσιαστικές αποφάσεις γεννιούνται συχνά μέσα από την αμφιβολία και την αναμονή.
______________________
Le Bonheur (Agnès Varda, 1965 )

Στο «Le Bonheur» της Βαρντά ξεκινάμε με μια εικόνα που φαντάζει ιδανική και αθώα στην υπερβολική της καθαρότητα. Βλέπουμε έναν άνδρα, ξυλουργό στο επάγγελμα, μια σύζυγο, δύο παιδιά, να απολαμβάνουν ήρεμα ένα καλοκαίρι, και μια καθημερινότητα που περιέχει μικρές κινήσεις οικειότητας. Μέσα σε αυτή την ηρεμία, ανεπαίσθητα εισέρχεται μια δεύτερη έλξη, μια άλλη παρουσία που δρα παράλληλαμε την προηγούμενη ζωή, σαν να τη διπλασιάζει, καθώς ο άνδρας βρίσκει απέναντί του μια νεαρή γυναίκα με την οποία η εγγύτητα εκφράζεται μόνο με χρόνο και βλέμματα. Έτσι, δημιουργείται ένα παράξενο καλοκαίρι, όπου η τρυφερότητα συνοδεύει τόσο την προηγούμενη τάξη πραγμάτων όσο και την σκιά που ακολουθεί και ολοένα αρχίζει να μεγαλώνει. Η Βαρντά χειρίζεται αυτή τη συνύπαρξη χωρίς θεατρικότητα μιας και αφήνει τις εικόνες να μιλούν με μια καθαρότητα. Εκμεταλλεύεται με μαεστρία τα χρώματα του κήπου, τα πρόσωπα που παραμένουν γαλήνια, τα χαμόγελα που μοιάζουν φυσικά. Κατ’αυτό τον τρόπο παρατηρούμε μία αξιοπερίεργη ιδέα για την ευτυχία, διότι την βλέπουμε να παρουσιάζεται σαν κάτι που χωρά ταυτόχρονα πολλές εκφάνσεις, κατευθύνσεις, επιθυμίες χωρίς να βρίσκει εύκολη ισορροπία ανάμεσά τους. Και όσο το καλοκαίρι προχωρά, τόσο περισσότερο η αφήγηση επιμένει σε αυτή τη λεπτή ασυμφωνία ανάμεσα σε ό,τι φαίνεται και σε ό,τι συμβαίνει από κάτω, αφήνοντας να φανεί η ομορφιά των στιγμών, μαζί με τις αμηχανίες τους, σαν να πρόκειται για μέρος της ίδιας φωτεινής εικόνας.
Οι διάλογοι, μέσα σε αυτή τη συνθήκη, κινούνται με μια απλότητα που κρύβει μεγαλύτερη πυκνότητα από όση αρχικά αποκαλύπτεται, καθώς κάθε φράση ενώ στην αρχή φαντάζει καθημερινή και ανεπιτήδευτη, την ίδια στιγμή κουβαλά υπόγειες μετατοπίσεις νοήματος, μικρές ρωγμές στο φαινομενικά σταθερό οικοδόμημα των σχέσεων. Η Βαρντά χρησιμοποιεί αυτή τη διπλή γλωσσική υφή για να αποκαλύψει δύο διαφορετικές εκδοχές της οικειότητας, όπου η μία βασίζεται στη σταθερότητα της καθημερινής συμβίωσης και η άλλη στην ελαφρότητα της νέας γνωριμίας. Μέσω λοιπόν αυτής της αντίστιξης, οι διάλογοι αποκτούν έναν χαρακτήρα μουσικό, με επαναλήψεις, παύσεις και μικρές μετατοπίσεις τόνου, προσδίδοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη εσωτερική πολυπλοκότητα στους χαρακτήρες. Και τελικά, τι σημαίνει ευτυχία όταν χωρά περισσότερες από μία κατευθύνσεις ταυτόχρονα; Πού αρχίζει η ελευθερία και πού συναντά την ευθύνη μέσα σε μια σταθερή και φαινομενικά πλήρη σχέση; Μπορεί μια καθημερινότητα λουσμένη με φως να λειτουργήσει ως απόλυτη αλήθεια ή αποτελεί απλώς ένα από τα πιθανά πρόσωπα της εμπειρίας;
______________________
Bed and Board (François Truffaut, 1970)

Στο «Bed and Board» του Τρυφό, επανερχόμαστε στον Αντουάν Ντουανέλ, με μία πλέον ωριμότερη ματιά καθώς ο ήρωας έχει μεγαλώσει και βρίσκεται σε έναν γάμο, και συγκεκριμένα σε μία διαρκή δοκιμή ισορροπίας σε σχέση με αυτό που επιθυμεί και σε αυτό που έχει ήδη αποκτήσει. Η καθημερινότητα του ζευγαριού οργανώνεται γύρω από μικρές καθημερινές κινήσεις, πρακτική φροντίδα, αλλά και συνομιλίες που ξεκινούν από το τετριμμένο και καταλήγουν σε πιο υπόγειες εντάσεις. Εκεί λοιπόν, η τρυφερότητα φαίνεται σαν να αποκτά ένα ιδιόρρυθμο βάρος, που πηγάζει από τη συσσώρευση του χρόνου και τη φθορά της επανάληψης. Η κινηματογραφική γλώσσα του Τρυφό στηρίζεται στην λεπτομέρεια, έτσι και εδώ, αφήνει τα βλέμματα να σταθούν σε ασήμαντες χειρονομίες, σε παύσεις που ανοίγουν χώρο για δεύτερες σκέψεις, αποκαλύπτοντας με αυτό τον τρόπο πώς η οικειότητα μπορεί να εμπεριέχει ταυτόχρονα ασφάλεια και εσωτερική ένταση. Παράλληλα, γινόμαστε μάρτυρες μιαςνέας ερωτικής έλξης στη διαδρομή του Αντουάν, αποκαλύπτεται έτσι η αδυναμία του να παραμείνει εγκλωβισμένος σε μία μόνο εκδοχή του εαυτού του, γεγονός που επίσης φανερώνει την διαρκή του κίνηση ανάμεσα στη σταθερότητα της συμβίωσης και στην ανάγκη για προσωπική περιπλάνηση. Αν τοποθετηθεί δίπλα στα δύο προηγούμενα έργα, το «A Summer’s Tale» και το «Le Bonheur», το «Bed and Board» του Τρυφό λειτουργεί ως τρίτο σημείο μιας άτυπης τριλογίας πάνω στην επιθυμία και την αστάθεια των ανθρώπινων δεσμών. Ωστόσο, κάθε δημιουργός χαρτογραφεί διαφορετική όψη του ίδιου υπαρξιακού προβληματισμού. Στον Ρομέρ, η εμπειρία της καλοκαιρινής περιπλάνησης οργανώνεται γύρω από τη διαρκή αναβολή της απόφασης και την πολλαπλότητα των δυνατών εκβάσεων, με τον ήρωα να κινείται ανάμεσα σε εναλλακτικές μορφές αγάπης που λειτουργούν ως “στοχαστικά” ενδεχόμενα. Η επιθυμία εκεί, διαθέτει έναν διαλεκτικό χαρακτήρα, καθώς κάθε συνάντηση ανοίγει έναν νέο δρόμο που ταυτόχρονα φωτίζει και ακυρώνει τον προηγούμενο. Στη Βαρντά, η ίδια έννοια της επιθυμίας εμφανίζεται αρχικά σε ένα οπτικό σύμπαν πληρότητας.Η πολλαπλότητα στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει από την περιπλάνηση αλλά από την εσωτερική συνύπαρξη αντιφατικών δυνάμεων μέσα στην ίδια σταθερή δομή ζωής. Τέλος, ο Τρυφό, μεταφέρει το ερώτημα στο εσωτερικό της καθημερινής συμβίωσης, και η επιθυμία δοκιμάζει τα όρια της συνέχειας στο πλαίσιο της επαναλαμβανόμενης ζωής. Εδώ γινόμαστε θεατές της τριβής με τον χρόνο, και παρατηρούμε πώς επαναδιαμορφώνεται η ταυτότητα του ήρωα λόγω αυτής της συνθήκης-συνύπαρξης.



