Cinematic Odyssey #73: Οι ταινίες της εβδομάδας!
Στις ταινίες της εβδομάδας, κάθε πρωταγωνιστής βαδίζει μέσα σε χώρους γεμάτους ιδρώτα, παλμούς και εκκωφαντικές συχνότητες, κουβαλώντας συγχρόνως μια αόρατη πληγή, μια αίσθηση απώλειας, μια πείνα για λύτρωση που μετατρέπει την κίνηση του σώματος σε μυστικιστική εμπειρία, σε προσωπική οδύσσεια, εκεί όπου η πραγματικότητα λιώνει σαν κερί γύρω από τις αισθήσεις.
Sirāt (2025, Oliver Laxe)

Ο τίτλος της ταινίας «Sirāt» φαίνεται να κουβαλά ήδη μέσα του ολόκληρη τη μοίρα της ταινίας. Η λέξη αυτή προέρχεται από την ισλαμική παράδοση και περιγράφει τη γέφυρα που ενώνει τον κόσμο των ζωντανών με την τελική κρίση, περιγράφει λοιπόν μια γέφυρα λεπτή σαν τρίχα και κοφτερή σαν λεπίδα, πάνω στην οποία κάθε ψυχή καλείται να περάσει κουβαλώντας το βάρος των πράξεων και των επιθυμιών της. Μέσα από αυτή τη σημασία, η ίδια η ταινία αποκτά μεταφυσική διάσταση, σαν ένα ταξίδι ανάμεσα στη σωτηρία και στην πτώση.
Η ιστορία ακολουθεί έναν πατέρα και τον γιο του που ταξιδεύουν σε απομονωμένες περιοχές αναζητώντας την κόρη/αδελφή αντίστοιχα, χαμένη μέσα στον κόσμο των παράνομων rave πάρτι της ερήμου. Στην αρχή, το ταξίδι μοιάζει ρεαλιστικό καθώς παρατηρούμε ανθρώπους κουρασμένους από την καθημερινότητα, αυτοσχέδιες κοινότητες νέων που ζουν για λίγες νύχτες μακριά από νόμους, σύνορα και κοινωνικές ταυτότητες. Όσο όμως οι χαρακτήρες προχωρούν βαθύτερα στην έρημο, η πραγματικότητα αποκτά ονειρική μορφή. Οι δρόμοι μοιάζουν ατελείωτοι, οι άνθρωποι γύρω τους κινούνται σαν φαντάσματα μιας χαμένης γενιάς και η μουσική ακούγεται σαν κάλεσμα προς μια άλλη διάσταση.
Υπάρχει μια πολυπλοκότητα ως προς το τι είναι αυτό που αναζητούν αυτές οι καινούργιες κοινότητες. Η κοινή, ίσως συνισταμένη των rave αυτών συγκεντρώσεων είναι η αναζήτησή μιας μορφής λύτρωσης. Κάποιοι κυνηγούν λήθη, άλλοι ελευθερία, άλλοι μια τελευταία αίσθηση κοινότητας μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο αποξένωση. Η κάμερα φαίνεται να εστιάζει στην ανάδειξη προσώπων χαμένων, αλλά και ματιών γεμάτων ανάγκη για επαφή. Κάθε beat της ηλεκτρονικής μουσικής μοιάζει σαν χτύπος καρδιάς ενός πολιτισμού που διαλύεται αργά μέσα στη σκόνη και στη μοναξιά.
Έτσι, το ταξίδι του πατέρα αποκτά βαθύτερη σημασία, μιας και πίσω από την αναζήτηση ενός ανθρώπου, κρύβεται η προσπάθεια να ξαναβρεί μια χαμένη σύνδεση με τον κόσμο, μια αίσθηση νοήματος μέσα σε ένα τοπίο που φαντάζει προσωρινό και φαίνεται έτοιμο να χαθεί. Η έρημος λειτουργεί σαν ένας πνευματικός καθρέφτης, όπου όσο οι χαρακτήρες προχωρούν μέσα της, τόσο περισσότερο απογυμνώνονται από βεβαιότητες, κοινωνικούς ρόλους και ψευδαισθήσεις. Μένει μονάχα η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη, για επαφή, για μια στιγμή αλήθειας.
Παρακολουθώντας με προσοχή την ταινία αυτή, αισθάνθηκα πως μιλά για τη σύγχρονη ανθρώπινη κατάσταση. Η έρημος φαίνεται να αναπαριστά τα ερείπια νοήματος στα οποία οι άνθρωποι περιφέρονται, αναζητώντας μικρές στιγμές πίστης. Από την άλλη, ο πατέρας, ο οποίος ξεκίνησε την δική του Οδύσσεια αναζητώντας την κόρη του, στην ουσία αναζητά κάτι πολύ βαθύτερο, μιας και φαίνεται να κυνηγά απεγνωσμένα πώς να συμφιλιωθεί με την απώλεια, με τον χρόνο, ίσως και με τον ίδιο του τον εαυτό. Και καθώς νιώθουμε πως πλησιάζει στο τέλος της διαδρομής, η αναζήτηση αυτή αρχίζει να μοιάζει με αποδοχή, σαν να φανερώνεται ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να κρατήσει πραγματικά εκείνους που αγαπά, παρά μόνο να βαδίσει δίπλα στη σκιά τους.
Το «Sirāt» αφήνει τελικά την αίσθηση πως όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται διαρκώς πάνω σε αυτή τη λεπτή γέφυρα. Καθώς προχωρούν αυτή την γέφυρα, έρχονται αντιμέτωποι με την μνήμη, την επιθυμία, την ματαίωση, την αόρατη άβυσσο που ακολουθεί σιωπηλά κάθε βήμα τους. Και καθώς αυτή η διαδρομή υπόσχεται σωτηρία, ίσως το νόημα της να μην είναι αυτό, αλλά η λύτρωση να επέρχεται από την ίδια την πράξη της πορείας, στο να συνεχίζεις δηλαδή να περπατάς, ακόμη κι όταν δεν είσαι βέβαιος ότι υπάρχει προορισμός.
______________________
Suspiria (2018, Luca Guadagnino)

Εμπνευσμένη από την ήδη γνώριμη ταινία του Dario Argento, στο “Suspiria”, η αφήγηση ξεκινά με μια νεαρή Αμερικανίδα χορεύτρια που φτάνει στο Βερολίνο για να σπουδάσει σε μια διάσημη ακαδημία χορού. Από τις πρώτες κιόλας μέρες, ο χώρος μοιάζει παράξενος, μιας και οι δασκάλες κινούνται με απόκοσμη ψυχραιμία, οι χορεύτριες δείχνουν παγιδευμένες σε μια ατμόσφαιρα πίεσης και οι διάδρομοι της σχολής αποπνέουν αίσθηση ενός μεγάλου μυστικού πολύ καλά κρυμμένου. Καθώς η πρωταγωνίστρια ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά στην ιεραρχία της σχολής, αρχίζει να καταλαβαίνει πως ο χορός μέσα σε αυτό το μέρος συνδέεται με κάτι αρχαίο και συνάμα λίγο τρομακτικό.
Καθώς γινόμαστε θεατές αυτών των χορών, δίνεται η εντύπωση πως στην πραγματικότητα παρατηρούμε τελετουργίες. Βλέπουμε λοιπόν, πώς τα σώματα λυγίζουν, ιδρώνουν και χτυπούν το πάτωμα σαν να συμμετέχουν σε αρχαία θυσία. Η κάθε κίνηση έχει έναν δυναμισμό που την καθιστά ικανή να αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα. Το Βερολίνο της εποχής εκείνης παρουσιάζεται σαν μια πόλη γεμάτη τραύματα, πολιτική βία και συλλογικό φόβο, ενώ μέσα σε αυτή τη διαλυμένη ατμόσφαιρα, η ακαδημία χορού μοιάζει σαν αποκομμένος κόσμος.
Στον κόσμο αυτό, η εξουσία, η τέχνη και ο μυστικισμός ενώνονται. Το πιο ενδιαφέρον ίσως κομμάτι της ταινίας είναι η ίδια η πρωταγωνίστρια, μιας και βλέπουμε σταδιακά πώς κάθε πρόβα την αλλάζει σωματικά και ψυχικά, σαν ο χορός να αφαιρεί σιγά σιγά την παλιά της ταυτότητα. Το σώμα της, δοσμένο στον χορό, παύει να λειτουργεί σαν απλό εργαλείο τέχνης και γίνεται πεδίο μεταμόρφωσης. Βλέπουμε λοιπόν, πώς η τέχνη παρουσιάζεται σαν δύναμη ικανή να συντρίψει, να αναγεννήσει και να καταπιεί ολοκληρωτικά τον άνθρωπο.
Ο τρόμος λοιπόν που αναφέρθηκε προηγουμένως, σχετικά με τον χορό, ίσως να συνδέεται άμεσα με αυτή την ιδέα, με την αίσθηση δηλαδή πως ένας άνθρωπος μπορεί να απορροφηθεί ολοκληρωτικά από μια ιδέα, από μια μορφή τέχνης, από μια δύναμη μεγαλύτερη από τον ίδιο. Πίσω όμως, από τον τρόμο αυτό κρύβεται μια ανθρώπινη αγωνία, η ανάγκη να ξεφύγει κανείς από τον παλιό του εαυτό και να αγγίξει μια ανώτερη μορφή ύπαρξης, ακόμη κι αν αυτή η πορεία οδηγεί μέσα από σκοτάδι και απόλυτη παράδοση της ψυχής.
______________________
Climax (2018, Gaspar Noé)

Στο Climax από την άλλη, το κλίμα ξεκινά με τελείως διαφορετική αίσθηση. Για την ακρίβεια, μιλάμε για ένα γιορτινό κλίμα, καθώς μια ομάδα χορού προετοιμάζεται για τους αγώνες που θα παραστεί την επόμενη μέρα. Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα, αυτή η ομάδα νέων χορευτών μαζεύεται σε ένα απομονωμένο κτίριο, έτοιμη να περάσει μια νύχτα γεμάτη μουσική, αλκοόλ και χορό. Στην αρχή κυριαρχεί μια αίσθηση ενέργειας και ελευθερίας, με τους χαρακτήρες να μιλούν για όνειρα, σεξ, φιλοδοξίες και φόβους, ενώ η κάμερα κινείται ασταμάτητα ανάμεσά τους σαν να συμμετέχει και η ίδια στη γιορτή.
Ύστερα, σταδιακά, η ατμόσφαιρα αρχίζει να διαλύεται, μιας και η χημεία των ποτών έχει αλλάξει ριζικά. Από εκείνη την στιγμή και μετά, η ταινία αρχίζει να μετατρέπεται σε εφιάλτη. Τότε, ο πανικός απλώνεται αργά και βασανιστικά, οι χαρακτήρες αρχίζουν να στρέφονται ο ένας απέναντι στον άλλο προκειμένου να διαλευκανθεί ποιος είναι υπεύθυνος για την νόθευση των ποτών. Βλέπουμε λοιπόν πώς ο Gaspar Noé κινηματογραφεί για ακόμα μια φορά την ιδέα της κατάρρευσης σαν τελετουργικό χάος. Η μουσική συνεχίζει αδιάκοπα, τα φώτα γίνονται όλο και πιο επιθετικά και η κάμερα περιστρέφεται μέσα στον χώρο δίχως συνείδηση.
Το πιο αξιοπερίεργο στοιχείο της ταινίας κρύβεται στο γεγονός πως η βία γεννιέται μέσα από ανθρώπους γεμάτους ζωή, τέχνη και δημιουργικότητα. Οι χορευτές ξεκινούν σαν κοινότητα ενωμένη από τον ρυθμό και καταλήγουν παγιδευμένοι στα πιο σκοτεινά ένστικτά τους. Ο χορός, σε αυτήν την ταινία συγκριτικά με το Suspiria, μοιάζει με μια τελευταία προσπάθεια απελευθέρωσης πριν από την πλήρη διάλυση της προσωπικότητας. Τα σώματα κινούνται σαν να προσπαθούν να αποβάλουν τον τρόμο μέσα από τον ιδρώτα και την κίνηση, σαν η ίδια η τέχνη να μετατρέπεται σε κραυγή επιβίωσης.
Στο Climax αυτή η αίσθηση απώλειας ελέγχου αποτυπώνεται έντονα μέσα από τη μορφή της ξανθιάς χορεύτριας, της Selva, η οποία στην αρχή μοιάζει γεμάτη αυτοπεποίθηση, βυθισμένη στον ρυθμό και στη σωματική ελευθερία της παρέας. Όσο όμως η κατάσταση ξεφεύγει, παρατηρούμε πώς η κοπέλα αυτή κινείται σαν να παραδίδεται σε κάθε ένστικτο της στιγμής, αναπαριστώντας αυτή τη διάλυση των ορίων της προσωπικότητας. Η επιθυμία μέσα στην ταινία παρουσιάζεται σαν μια δύναμη χαοτική και ζωώδης, μιας και γίνεται αντιληπτή μόνο μέσα στην ζάλη.
Οι χαρακτήρες τότε, μέσα στον φόβο και την παράνοια, μοιάζουν να ξεχνούν ποιοι είναι, τι αισθάνονται και τι πραγματικά θέλουν. Σαν να λιώνει αργά κάθε κοινωνική μάσκα κάτω από τα κόκκινα φώτα και τον αδιάκοπο παλμό της μουσικής, αφήνοντας γυμνή την ανθρώπινη φύση η οποία αποτυπώνεται γεμάτη ένστικτο, μοναξιά και μια ιδιαίτερη αίσθηση απόγνωσης. Εκεί λοιπόν, όσο η νύχτα πλησιάζει προς το τέλος, βλέπουμε πως η λύτρωση δεν έρχεται, αντιθέτως αυτό που μένει είναι η εξάντληση των ανθρώπων που κοίταξαν για λίγο μέσα στο σκοτάδι του ίδιου τους του εαυτού, προσπαθώντας να νιώσουν κάτι δυνατό στο χάος.




