Skip to content

Cinematic Odyssey #70: Οι ταινίες της εβδομάδας!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Ο κινηματογράφος του εγκλήματος, όταν ξεφεύγει από τη μηχανική πλοκή και πλησιάζει τις υπαρξιακές διαστάσεις, μετατρέπεται σε χώρο παρατήρησης της ανθρώπινης επιθυμίας, της ενοχής και της σιωπηλής φθοράς της συνείδησης. Στις ταινίες της εβδομάδας, το έγκλημα αναπαρίσταται ως μια αργή διολίσθηση προς το αναπόφευκτο, σαν μια μελέτη πάνω στη μοναξιά και την επιθυμία, ντυμένη με την αισθητική της εποχής του ‘50.

Pickpocket (1959, Robert Bresson)

Στην Pickpocket, ο Robert Bresson αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού άνδρα, του Michel, ο οποίος περιφέρεται στο Παρίσι με μια απόκοσμη αποστασιοποίηση, σαν να παρατηρεί τη ζωή από απόσταση αντί να συμμετέχει σε αυτήν (παρουσιάζοντας κοινά στοιχεία με το The Man Who Sleeps). Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, η πράξη της κλοπής εμφανίζεται ως κάτι περισσότερο από παραβατική συμπεριφορά: ο Michel κλέβει σε έναν ιππόδρομο, δοκιμάζοντας για πρώτη φορά τα όριά του, σαν μια εσωτερική παρόρμηση που παραμένει δύσκολα προσδιορίσιμη. Σύντομα οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα, όπου αφήνεται ελεύθερος, γεγονός που ενισχύει μέσα του μια αίσθηση ιδιότυπης υπεροχής, σαν να βρίσκεται πέρα από τους κανόνες που διέπουν τους άλλους. Από εκεί και έπειτα, η κλοπή μετατρέπεται σε εμμονή. Στους δρόμους, στα τρένα, σε πολυσύχναστους σταθμούς, ο Michel εξασκείται ασταμάτητα, παρατηρεί λοιπόν, έμπειρους πορτοφολάδες, συνεργάζεται μαζί τους, μιμείται τις κινήσεις τους. Οι σκηνές αυτές αποκτούν χαρακτήρα χορογραφίας, μιας και τα χέρια κινούνται με απόλυτο έλεγχο, αφαιρώντας πορτοφόλια και αντικείμενα χωρίς να γίνονται αντιληπτά.

Η αφήγηση εξελίσσεται χωρίς δραματικές κορυφώσεις, με έναν ρυθμό που δημιουργεί την αίσθηση μιας διαρκούς αναμονής. Ο Michel ταξιδεύει, επιστρέφει, συνεχίζει την ίδια πρακτική, σαν να ακολουθεί μια εσωτερική αναγκαιότητα. Όμως η πορεία αυτή οδηγεί αναπόφευκτα στη σύλληψη. Η φυλακή, συχνά γίνεται αντιληπτή ως τιμωρία, εδώ όμως αποκτά έναν παράδοξο χαρακτήρα, διότι, μέσα στον περιορισμό, η επαφή με τη Jeanne, μια γυναίκα που εισάγει μια πιθανότητα ανθρώπινης επαφής μέσα στην απομονωμένη του ύπαρξη, αποκτά καθαρότητα, και το συναίσθημα εμφανίζεται με μια ένταση που έως τότε παρέμενε καταπιεσμένη. Η φιγούρα του Michel φέρει έντονα τα ίχνη μιας υπαρξιακής αποξένωσης που θυμίζει τον Μερσώ από τον Ξένο. Η στάση του απέναντι στον κόσμο χαρακτηρίζεται από μια αδιάφορη παρατήρηση, σαν να βιώνει την πραγματικότητα από απόσταση, χωρίς να ενσωματώνεται πλήρως σε αυτήν. Η κλοπή λειτουργεί εδώ ως μια μορφή δοκιμής της ελευθερίας. Ο Michel φαίνεται να αναζητά ένα όριο, ένα σημείο όπου η προσωπική βούληση υπερισχύει κάθε εξωτερικού κανόνα. Μέσα από την επανάληψη της πράξης, επιχειρεί να κατασκευάσει έναν δικό του κώδικα, έναν χώρο όπου η ύπαρξη ορίζεται από την πράξη και όχι από την ηθική. Η αίσθηση της φυγής προκύπτει από αυτή την απογύμνωση του νοήματος. Η αφήγηση εδώ, αποφεύγει την κλασική κορύφωση, ο χρόνος απλώνεται, και τα γεγονότα μοιάζουν να εκτυλίσσονται χωρίς δραματική έμφαση. Οι σιωπές αποκτούν βαρύτητα, ενώ τα κενά λειτουργούν ως χώροι σκέψης.

Έτσι, η απουσία έντονων συναισθηματικών εκφράσεων και η χρήση μη επαγγελματιών ηθοποιών ενισχύουν την αίσθηση αποξένωσης, μετατρέποντας τον θεατή σε παρατηρητή μιας εσωτερικής διεργασίας. Η κάθαρση έρχεται μέσα από την αναγνώριση της ανάγκης για σύνδεση, σε μια στιγμή που η φυλακή λειτουργεί παραδόξως ως χώρος αποκάλυψης.

______________________

Elevator to the Gallows (1958, Louis Malle)

Στο Elevator to the Gallows, ο Louis Malle στήνει ένα από τα πιο κομψά και ταυτόχρονα πιο αμείλικτα παιχνίδια μοίρας στον κινηματογράφο. Εδώ γινόμαστε θεατές ενός εγκλήματος που σχεδιάζεται με ψυχρή ακρίβεια, σύντομα όμως αρχίζει να διαλύεται από τη στιγμή ακριβώς που ολοκληρώνεται, σαν να μην άντεχε ποτέ την ίδια του την τελειότητα.

Ο Julien, ένας άντρας πειθαρχημένος αλλά ταυτόχρονα αλαζόνας, αποφασίζει να δολοφονήσει τον σύζυγο της ερωμένης του Florence, μιας και διατηρούν μια σχέση, η οποία μας δίνει περισσότερο την αίσθησης συνενοχής, παρά ρομαντισμού. Το σχέδιο τους πηγαίνει ως εξής: εισέρχεται στο γραφείο, σκοτώνει τον σύζυγο, σκηνοθετεί την αυτοκτονία, φεύγει χωρίς ίχνη. Ακούγοντάς το, φαντάζει πολύ καλά σχεδιασμένο, για αυτό και όλα δείχνουν να έχουν κλείσει με μαθηματική ακρίβεια. Ένα μικρό λάθος όμως, ωθεί τον Julien να επιστρέψει στο κτίριο για να καλύψει το τελευταίο ίχνος, και τότε, εγκλωβίζεται μέσα στον ανελκυστήρα. Έτσι, το τέλειο έγκλημα παραμένει μετέωρο, ενώ ο ίδιος καθηλώνεται σε έναν μεταλλικό θάλαμο, ανίκανος να κινηθεί, να επέμβει, να ελέγξει. Εκείνη τη στιγμή, σαν να άλλαξε η μορφή της ταινίας, από ψυχρό crime σε μια μελέτη πάνω στην ακινησία και την αδυναμία.

Την ίδια ώρα, έξω, η ζωή συνεχίζεται με αδιαφορία, καθώς ένα νεαρό ζευγάρι κλέβει το αυτοκίνητό του, υιοθετεί την ταυτότητά του, και ξεκινά μια δική του, ανεξέλεγκτη πορεία που θα πυροδοτήσει νέα εγκλήματα. Το σχέδιο που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζε ελευθερία αρχίζει να διαστρέφεται, να ξεφεύγει από κάθε πρόθεση. Και κάπου μέσα σε αυτή τη διάλυση, σκεφτόμαστε ότι λείπει ένα πρόσωπο από την αφήγηση μας, δεν είναι άλλο λοιπόν από την Florence. Η γοητευτική μα συνάμα μελαγχολική αυτή γυναίκα, περιπλανιέται στους δρόμους του Παρισιού τη νύχτα, διασχίζει καφέ, πεζοδρόμια, με ένα βλέμμα διψασμένο, σαν να ψάχνει κάτι που ήδη έχει χαθεί. Οι αντανακλάσεις στις βιτρίνες, τα φώτα που τρεμοπαίζουν, το πρόσωπό της που εμφανίζεται και χάνεται μέσα στο σκοτάδι δημιουργούν την αίσθηση μιας ύπαρξης που κάπως έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε φάντασμα.

Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο βρίσκεται στο γεγονός ότι κανείς από τους χαρακτήρες δεν ελέγχει πραγματικά τίποτα. Ο Julien, εγκλωβισμένος, παραμένει ανίκανος να επηρεάσει την αλυσίδα γεγονότων που ο ίδιος ξεκίνησε. Το νεαρό ζευγάρι, παρασυρμένο από μια επιθυμία για περιπέτεια, καταλήγει σε βίαιες καταστάσεις που όμως δεν κατανοεί πλήρως. Η Florence, παγιδευμένη στην αναμονή, ζει μια νύχτα ατελείωτη, δίχως προορισμό ή ελπίδα.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που θίγει η ταινία είναι η ανάγκη μας για έλεγχο. Αισθανόμαστε ότι όλα μπορούν να λυθούν βάσει ενός καλομελετημένου σχεδίου, αγνοώντας τις υπόλοιπες υπάρξεις, αγνοώντας την ίδια την φύση. Το ασανσέρ, φαίνεται να λειτουργεί συμβολικά και να συνδέεται άμεσα με την παραπάνω ιδέα, μιας και το ασανσέρ σταματά ανάμεσα σε ορόφους. Έτσι και ο Julien, βρίσκεται κυριολεκτικά ανάμεσα, ούτε στο παρελθόν της πράξης ούτε στο μέλλον της διαφυγής. Μια ύπαρξη σε εκκρεμότητα, παγιδευμένη σε ένα παρόν που δεν οδηγεί πουθενά. Αναρωτιόμαστε λοιπόν, αν η ελευθερία καταστρέφεται από την ίδια την αυταπάτη της, ή από εξωτερικές δυνάμεις;  Σε αντίθεση με τον Julien, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο μέσω της πράξης, η Florence βιώνει την απώλεια ελέγχου μέσα από την αναμονή. Η ύπαρξή της εκτείνεται σε έναν χρόνο που δεν προχωρά, σε μια νύχτα που μοιάζει να μην ολοκληρώνεται ποτέ. Βλέπουμε λοιπόν την αγάπη εδώ με μία πιο εξαρτητική μορφή, μιας και η παρουσία του άλλου γίνεται πιο έντονη ακριβώς τη στιγμή της εξαφάνισής του, και η Florence μετατρέπεται σε φορέα αυτής της αντίφασης: υπάρχει επειδή περιμένει, και περιμένει επειδή δεν μπορεί να υπάρξει αλλιώς.

Παράλληλα, το νεαρό ζευγάρι λειτουργεί σαν ένα παραμορφωτικό είδωλο του αρχικού ζεύγους, μια εκδοχή χωρίς βάθος αλλά με επικίνδυνη ελαφρότητα. Εκεί όπου ο Julien και η Florence σχεδιάζουν, εκείνοι αυτοσχεδιάζουν, από εκεί όπου υπάρχει πρόθεση, στο ζευγάρι αυτό εμφανίζεται παρόρμηση. Το ζευγάρι αυτό ασκεί βία με μία παιγνιώδη διάθεση, σαν να εξερευνούν με αυτό τον τρόπο τα όρια της πραγματικότητας χωρίς να αντιλαμβάνονται το βάρος των συνεπειών. Έτσι λοιπόν, το ζευγάρι αυτό ενσαρκώνει μια άλλη μορφή αυταπάτης, την ιδέα ότι η ζωή μπορεί να βιωθεί ως περιπέτεια χωρίς κόστος. Από την μία λοιπόν, παρατηρούμε τον Julien ως μια εκπροσώπηση της ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου, από την άλλη το ζεύγος αντιπροσωπεύει την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα συγκλίνει, στην αναπόφευκτη σύγκρουση με την πραγματικότητα, η οποία δεν επιτρέπει ούτε τον πλήρη έλεγχο ούτε την ανεξέλεγκτη διαφυγή.


______________________

A Place in the Sun (1951, George Stevens)

Στο A Place in the Sun, η ιστορία εστιάζει στον George Eastman, έναν νεαρό άνδρα που επιδιώκει να ενταχθεί σε έναν κόσμο κοινωνικής ανόδου και οικονομικής σταθερότητας, δουλεύοντας αρχικά στην επιχείρηση του εύπορου θείου του. Εκεί, λοιπόν, γνωρίζει την Alice, μια νεαρή εργάτρια, με την οποία αναπτύσσει μια σχέση που ξεκινά τυχαία, σταδιακά όμως αποκτά βάρος ευθύνης και προσδοκίας. Όταν όμως εισέρχεται στη ζωή του η Angela, μια γυναίκα από ανώτερη κοινωνική τάξη, ο George μετατοπίζεται προς έναν άλλο ορίζοντα ύπαρξης, φαντασιώνοντας την ζωή ως πιο φωτεινή, πιο ολοκληρωμένη, κυρίως όμως, πιο επιτυχημένη. Η πλοκή καθίσταται ανησυχητική όταν η Alice μένει έγκυος, έτσι ο George, δυσκολεύεται ακόμα παραπάνω να ξεφύγει από αυτή την καταδικασμένη για εκείνον σχέση και προσπαθεί με οποιοδήποτε τρόπο να σχεδιάσει πώς θα “ξεφορτωθεί” αυτή την γυναίκα ολοκληρωτικά, μιας και είναι μια παρουσία που του υπενθυμίζει το παρελθόν, εκείνος όμως οραματίζεται μία ανώτερη εκδοχή του. Τότε έρχεται στην ιστορία η λίμνη, ένα τοπίο γαλήνιο, ισορροπημένο, αντιδιαμετρικό δηλαδή με τις σκέψεις του πρωταγωνιστή. Το τοπίο αυτό γίνεται ο τόπος ενός όχι τόσο καλά οργανωμένου εγκλήματος, όπου ο George μέσω μιας βαρκάδας με την μέλλουσα σύζυγο του, μέσω ενός “μοιραίου” ατυχήματος θα απαλλαχθεί από την Alice, μιας και εκείνη δεν γνωρίζει να κολυμπά.

Η σκηνή στη λίμνη αποκτά έτσι χαρακτήρα υπαρξιακής ρωγμής, μιας και η αίσθηση που αποδίδει αυτό το τοπίο λειτουργεί ως αντίστιξη προς την εσωτερική απορρύθμιση του George. Το νερό, σταθερό στην επιφάνειά του αλλά απροσδιόριστο στο βάθος, μοιάζει να αντανακλά ακριβώς αυτή τη διπλή κίνηση, καθώς φανερώνει την εξωτερική ηρεμία μιας πράξης που παρουσιάζεται ως ατύχημα και την εσωτερική ένταση μιας απόφασης που έχει ήδη σχηματιστεί πολύ πριν συμβεί. Η μετάβαση από την πρόθεση στην πράξη γίνεται αργά και βασανιστικά, σαν η σκέψη να χάνει σταδιακά τη δυνατότητα αντίστασης απέναντι στην επιθυμία.

Ένα από τα πιο αξιοπερίεργα θέματα της ταινίας είναι η ίδια η επιθυμία. Η επιθυμία στην συγκεκριμένη ταινία φαίνεται να παρουσιάζεται ως μια δημιουργική αποσταθεροποίηση. Αυτό αρχικά συμβαίνει διότι ο George στρέφεται προς την Angela χωρίς να δίνει βάση αποκλειστικά σε εκείνη ως πρόσωπο, αλλά ως εικόνα μιας ζωής ολοκληρωμένης, απαλλαγμένης από τις αντιφάσεις που τον βαραίνουν. Η ταυτότητα σε αυτή την ταινία φανερώνεται ως κάτι μεταβαλλόμενο, ως κατασκευή που μπορεί να ανασχηματιστεί μέσα από την επιλογή αντικειμένων, σχέσεων και κοινωνικών θέσεων. Σε αυτή τη διαδικασία, η χρονική διαδοχή καθίσταται ασαφής, μιας και το παρόν χάνει τη μοναδικότητά του και μετατρέπεται σε εμπόδιο προς μια ιδεατή εκδοχή μέλλοντος. Έτσι λοιπόν, η ταινία θέτει ένα πολύ απαιτητικό και συνάμα αναγκαίο ερώτημα, που κατά την γνώμη μου είναι και επίκαιρο: σε ποιο βαθμό η επιθυμία για υπέρβαση του παρόντος συνιστά πράξη ελευθερίας και σε ποιο βαθμό μετατρέπεται σε διαδικασία σταδιακής αποξένωσης από τον ίδιο τον εαυτό;

______________________

AUTHOR

Ιωάννα Λογάρου

Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, εξού και η προτίμηση της για τον Αλμοδοβάρ. Εμπνευσμένη από την υπαρξιακή αγωνία του Καμύ, η Ιωάννα είναι μία μοριακή βιολόγος που μέσα από τα άρθρα της εξερευνά την συσχέτιση των ταινιών με την φιλοσοφία και τις υπόλοιπες τέχνες.

Loading...
20 χρόνια Kiki Botonaki: Η DJ που άλλαξε τον ρυθμό της πόλης-γιορτάζει στον Θερμαϊκό!