Skip to content

Cinematic Odyssey #67: Οι ταινίες της εβδομάδας!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Οι ταινίες της εβδομάδας μοιάζουν να λειτουργούν σαν καθρέφτες της ανθρώπινης μοναξιάς, της καχυποψίας και της σκοτεινής πλευράς της πόλης. Καθεμία διηγείται ιστορίες που κινούνται στα όρια ανάμεσα στο μυστήριο και στο σκοτάδι, και που ενώ γεννήθηκαν μέσα στο κλίμα του μεταπολεμικού κινηματογράφου εξακολουθούν να διατηρούν μια αίσθηση διαχρονικής ανησυχίας

In a Lonely Place (1950)

Στο σκοτεινό, σχεδόν υπνωτιστικό σύμπαν του In a Lonely Place, ο Nicholas Ray σκιαγραφεί έναν από τους πιο περίπλοκους και τραγικούς χαρακτήρες του αμερικανικού κινηματογράφου: τον Ντίξον Στιλ, έναν σεναριογράφο του Χόλιγουντ που άλλοτε γνώρισε δόξα και δημιουργική αναγνώριση, ενώ πλέον περιφέρεται μέσα σε μια καθημερινότητα γεμάτη ένταση, κυνισμό και μια βαθιά, αλλά συνάμα απροσδιόριστη απογοήτευση απέναντι στον κόσμο γύρω του. Μέσα λοιπόν σε αυτή την ήδη εύθραυστη ισορροπία εμφανίζεται ένα γεγονός που μεταβάλλει οριστικά τη μοίρα του, καθώς μια νεαρή γυναίκα, την οποία ο Ντίξον είχε συναντήσει για επαγγελματικούς λόγους, βρίσκεται δολοφονημένη λίγες ώρες αργότερα, γεγονός που οδηγεί την αστυνομία να στρέψει το βλέμμα της προς εκείνον. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του αρχίζει να κινείται μέσα σε έναν αόρατο ιστό υποψιών, μιας και φίλοι, αστυνομικοί και γείτονες παρακολουθούν κάθε του κίνηση, προσπαθώντας να διακρίνουν μέσα από τις εκρήξεις του χαρακτήρα του αν κρύβεται ένας άνθρωπος πληγωμένος από τη ζωή ή ένας άνδρας ικανός για βία. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα καχυποψίας εμφανίζεται η Λόρελ Γκρέι, μια μυστηριώδης και γοητευτική γειτόνισσα που κατοικεί στο απέναντι διαμέρισμα και η οποία υπήρξε μάρτυρας τη νύχτα του φόνου. Για αυτό λοιπόν, η μαρτυρία της λειτουργεί σαν προσωρινή σωτηρία για τον Ντίξον, όμως η σχέση που αρχίζει να γεννιέται ανάμεσά τους εξελίσσεται σε κάτι πολύ πιο σύνθετο από μια απλή ρομαντική ιστορία. Καθώς η σχέση τους βαθαίνει, οι εκρήξεις θυμού του Ντίξον, οι στιγμές ανεξέλεγκτης οργής και η σκοτεινή φήμη που αρχίζει να τον περιβάλλει μετατρέπουν τον έρωτα σε πεδίο αμφιβολίας, όπου η Λόρελ αρχίζει να αναρωτιέται αν ο άνδρας που αγαπά αποτελεί θύμα μιας παρεξήγησης ή έναν άνθρωπο ικανό για μια πράξη τρομακτικής βίας.

Η πραγματική γοητεία της ταινίας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εξερευνά την ανθρώπινη μοναξιά, παρουσιάζοντας τον Ντίξον Στιλ σαν μια μορφή τραγικού δημιουργού, έναν άνθρωπο που κουβαλά μέσα του τόσο τη βαθιά ανάγκη για αγάπη όσο και μια σκοτεινή ενέργεια που απειλεί να διαλύσει κάθε σχέση που επιχειρεί να χτίσει. Η ταινία εξετάζει μια βαθιά ειρωνεία της ανθρώπινης ύπαρξης, φανερώνοντας πως πολλές φορές ο άνθρωπο που επιθυμεί περισσότερο την αγάπη κουβαλά μέσα του και τη μεγαλύτερη δύναμη να την καταστρέψει. Αυτή η ιδέα αναδεικνύεται σε μία από τις πιο διάσημες και συγκινητικές ατάκες της ταινίας: “I was born when she kissed me. I died when she left me. I lived a few weeks while she loved me”. Η φράση αυτή λειτουργεί σαν μικρό ποιητικό μανιφέστο της ίδιας της ταινίας, καθώς η αγάπη παρουσιάζεται σαν μια σύντομη, φωτεινή στιγμή μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο σκιές, μια εμπειρία που δίνει νόημα στην ύπαρξη του ανθρώπου ακόμη και όταν οδηγεί τελικά στη θλίψη. Μέσα από αυτή τη μελαγχολική οπτική, ο Nicholas Ray δημιουργεί ένα κινηματογραφικό πορτρέτο της εύθραυστης ανθρώπινης ψυχής, όπου η δημιουργικότητα συνυπάρχει με την αυτοκαταστροφή και ο έρωτας μετατρέπεται σε μια δύναμη τόσο λυτρωτική όσο και επικίνδυνη.

______________________

Rear Window (1954)

Στο Rear Window, ο φωτορεπόρτερ Τζεφ Τζέφρις, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι έπειτα από ατύχημα, περνά τις μέρες του μέσα στο διαμέρισμά του παρατηρώντας τη ζωή των γειτόνων μέσα από το πίσω παράθυρο της πολυκατοικίας του. Η δραστηριότητα αυτή ξεκινά σαν απλή περιέργεια, σταδιακά όμως μετατρέπεται σε σχεδόν εμμονική ενασχόληση με τις μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται στα απέναντι διαμερίσματα. Καθώς οι ώρες περνούν και η καθημερινή ρουτίνα των γειτόνων σχηματίζει ένα μωσαϊκό ανθρώπινων ζωών, συμπεριλαμβάνοντας έρωτες, μοναξιά, καλλιτεχνικές φιλοδοξίες και μικρές απογοητεύσεις, ο Τζεφ αρχίζει να υποψιάζεται πως ένας από αυτούς έχει διαπράξει φόνο, μια υποψία που γεννά μια αλυσίδα γεγονότων μέσα από την οποία ο ίδιος, η σύντροφός του Λίζα και η νοσοκόμα του προσπαθούν να αποκαλύψουν την αλήθεια πίσω από τα κλειστά παράθυρα.Σε αυτό ακριβώς το σημείο η ταινία αγγίζει μια βαθύτερη φιλοσοφική ιδέα, εκθέτοντας τοανθρώπινο βλέμμα και την ακαταμάχητη επιθυμία του να ανακαλύπτει νόημα μέσα στο χάος των εικόνων. Ο άνθρωπος παρατηρεί, συγκρίνει, συνδέει μικρά θραύσματα της πραγματικότητας, προσπαθώντας να δημιουργήσει μια ιστορία που θα εξηγήσει τον κόσμο γύρω του. Ταυτόχρονα, η ταινία μοιάζει να θέτει διακριτικά αλλά ουσιαστικά ερωτήματα, σχετικά με το τι σημαίνει πραγματικά να παρακολουθεί κανείς τη ζωή των άλλων. Ο άνθρωπος συχνά αισθάνεται ότι γνωρίζει τους άλλους μέσα από εικόνες, κινήσεις ή στιγμές που βλέπει από μακριά, ενώ η αλήθεια των ζωών τους παραμένει βαθύτερη και πιο σύνθετη από ό,τι μπορεί να αποκαλύψει ένα παράθυρο. Μέσα από αυτή την ιδέα, ο Hitchcock συνθέτει μια αλληγορία, σύμφωνα με την οποία ο Τζεφ θα μπορούσε να μοιάζει με θεατή σε κινηματογραφική αίθουσα, ένας άνθρωπος που κάθεται ακίνητος μπροστά σε ένα κάδρο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνονται ιστορίες άλλων ανθρώπων. Η εμπειρία της παρακολούθησης γίνεται έτσι ένα σχόλιο για την ίδια τη φύση του κινηματογράφου και για την ανθρώπινη επιθυμία να κοιτάζει, να ερμηνεύει και να ανακαλύπτει μυστικά μέσα από τις ζωές των άλλων. Κάτω όμως από αυτή την επιφάνεια μυστηρίου, η ταινία αφήνει τελικά μια βαθιά μελαγχολική σκέψη. Μας κάνει να διαπιστώσουμε ότι μέσα σε μία πυκνοκατοικημένη πόλη, ακόμη και μέσα σε ένα πλήθος φωτισμένων παραθύρων, κάθε άνθρωπος ζει μέσα στη δική του μικρή απομόνωση, προσπαθώντας να γεφυρώσει την απόσταση που τον χωρίζει από τους άλλους.

Έτσι, το παράθυρο του Τζεφ λειτουργεί τελικά σαν καθρέφτης· μέσα από αυτό δεν αποκαλύπτεται μόνο η ζωή των γειτόνων του, αλλά και η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να κοιτάζει κανείς τον κόσμο, να αναζητά νόημα μέσα στις ζωές των άλλων και να ελπίζει πως, παρατηρώντας τους, ίσως κατανοήσει λίγο καλύτερα τη δική του.

______________________

The Third Man (1949)

Στο The Third Man, η ιστορία ξεκινά όταν ο Αμερικανός συγγραφέας Χόλλυ Μάρτινς φτάνει στη μεταπολεμική Βιέννη ύστερα από πρόσκληση του παλιού του φίλου Χάρι Λάιμ, μόνο για να πληροφορηθεί πως ο φίλος του αυτός έχει πεθάνει σε ένα περίεργο ατύχημα. Ο συγγραφέας λοιπόν, βρίσκεται σε μια πόλη γεμάτη ερείπια, στρατιωτικές ζώνες και μια αίσθηση αβεβαιότητας που πλανάται πάνω από κάθε γωνία της. Καθώς ο Μάρτινς αρχίζει να ερευνά τις συνθήκες του θανάτου του Λάιμ, οι μαρτυρίες που συλλέγει αποκαλύπτουναντιφάσεις και μυστικά, και η αναζήτηση της αλήθειας οδηγεί τον ήρωα σε ένα σκοτεινό δίκτυο παράνομου εμπορίου και ηθικής διαφθοράς, μέχρι τη στιγμή που μια απροσδόκητη ανακάλυψη μετατρέπει την ιστορία σε δραματική αντιπαράθεση ανάμεσα στη φιλία, την αλήθεια και τις έννοιες της ηθικής και της ευθύνης. To The Third Man αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά πορτρέτα της ηθικής αμφισημίας στον κινηματογράφο, καθώς αρχικά παρουσιάζει έναν κόσμο με σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο καλό και στο κακό, σταδιακά όμως αυτές διαλύονται μέσα στο χάος της μεταπολεμικής πραγματικότητας. Η Βιέννη που παρουσιάζεται στο The Third Man, σκηνοθετημένη από τον Carol Reed, μοιάζει με μια πόλη στην οποία η καταστροφή του πολέμου άφησε πίσω της μια βαθιά αίσθηση αβεβαιότητας σχετικά με το τι σημαίνει πραγματικά δικαιοσύνη, πίστη και ευθύνη.

H σημαντικότερη κατ’ εμέ φιγούρα, η μορφή του Χάρι Λάιμ, λειτουργεί σαν σύμβολο ενός ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο μέσα από ένα ψυχρό πρίσμα υπολογισμού, σαν να πρόκειται για μια σκακιέρα όπου οι ανθρώπινες ζωές αποτελούν απλώς πιόνια. Στην περίφημη σκηνή της ρόδας του λούνα παρκ, ο Λάιμ κοιτάζει από ψηλά τους ανθρώπους που κινούνται σαν μικρές κουκκίδες στους δρόμους της πόλης και ξεστομίζει κάτι ανατριχιαστικό:“If I offered you £20,000 for every dot that stopped, would you really tell me to keep my money? Or would you calculate how many dots you could afford to spare?”

Η φράση του εκφράζει μια ακραία μορφή ηθικού σχετικισμού, μιας και όταν ο άνθρωπος απομακρύνεται αρκετά από τους άλλους, όταν τους κοιτά από απόσταση τόσο μεγάλη ώστε να χάνεται η ατομικότητά τους, τότε η ζωή τους μοιάζει να χάνει το βάρος της. Οι άνθρωποι μετατρέπονται σε «κουκκίδες», και οι κουκκίδες μπορούν να υπολογιστούν, να ανταλλαχθούν, ακόμη και να θυσιαστούν. Με αυτή λοιπόν την σύντομη αλλά καθοριστική φράση, ο Λάιμ εκθέτει την κυνική φιλοσοφία του, ότι δηλαδή η ηθική καταρρέει μπροστά στον πειρασμό του κέρδους. Ο άνθρωπος μπορεί να πιστεύει πως διαθέτει ακλόνητες αρχές, όμως όταν βρεθεί αντιμέτωπος με το ερώτημα του προσωπικού οφέλους, αρχίζει να σκέφτεται με όρους αριθμών και αποδεκτών απωλειών. Έτσι λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη την εποχή του μεταπολεμικού κινηματογράφου, παρατηρούμε πώς η απόσταση από τον άλλον άνθρωπο, είτε είναι γεωγραφική, κοινωνική ή ψυχολογική, μπορεί εύκολα να μετατρέψει την ανθρώπινη ζωή σε αφηρημένη έννοια, και τότε η ηθική παύει να αποτελεί αυτονόητη αρχή και γίνεται απλώς μια επιλογή ανάμεσα σε αριθμούς.

______________________

AUTHOR

Ιωάννα Λογάρου

Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, εξού και η προτίμηση της για τον Αλμοδοβάρ. Εμπνευσμένη από την υπαρξιακή αγωνία του Καμύ, η Ιωάννα είναι μία μοριακή βιολόγος που μέσα από τα άρθρα της εξερευνά την συσχέτιση των ταινιών με την φιλοσοφία και τις υπόλοιπες τέχνες.

Loading...
#3 Ad it UP!-McDonald’s & Ραμαζάνι: όταν το marketing συναντά την καθημερινότητα!