Cinematic Odyssey #65: Οι ταινίες της εβδομάδας!
Ο πόλεμος συχνά περιγράφεται ως σύγκρουση στρατών, ως αναμέτρηση εδαφών και ιδεολογιών, όμως ο κινηματογράφος, όταν τολμά να κοιτάξει βαθύτερα, αποκαλύπτει ότι το πραγματικό του πεδίο εκτείνεται μέσα στα σπίτια, στα σώματα, στις πιο ταπεινές καθημερινές πράξεις, εκεί όπου η πείνα, η ενοχή, η φιλοδοξία και η ανάγκη για αγάπη μετατρέπουν την ιστορία σε προσωπικό βάρος. Καθεμία από τις ταινίες της εβδομάδας αρθρώνει με τον δικό της τρόπο το ερώτημα της επιβίωσης και της ευτυχίας, άλλοτε ως απελπισμένη κραυγή, άλλοτε ως σιωπηλή παρατήρηση, άλλοτε ως παγωμένη αποτύπωση της ανθρώπινης ικανότητας για προσαρμογή, και μέσα από αυτή την τριπλή διαδρομή αναδύεται ένα ενιαίο στοχαστικό τοπίο όπου ο άνθρωπος δοκιμάζει τα όριά του, αναμετριέται με την ηθική του και αναζητά μια χαραμάδα φωτός.
The Girl with a Needle (2024,Magnus von Horn)

“The Girl with a Needle” Σε μια Κοπεγχάγη που κουβαλά τις πληγές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μια νεαρή εργάτρια παλεύει να κρατηθεί όρθια μέσα σε ένα κοινωνικό τοπίο που η γυναικεία ύπαρξη αξιολογείται με κριτήρια αυστηρά και αμείλικτα, καθώς η απουσία του συζύγου της, σημαδεμένου από τη φρίκη του μετώπου, μετατρέπει την καθημερινότητά της σε αλυσίδα από ταπεινώσεις και αδιέξοδα. Η εγκυμοσύνη της, καρπός μιας σχέσης που υπόσχεται πρόσκαιρη διαφυγή, εξελίσσεται σε απειλή για την κοινωνική της υπόσταση, και μέσα σε αυτή την ασφυκτική συνθήκη εμφανίζεται μια γυναίκα που προσφέρει λύση, μια μορφή σχεδόν μητρική και ταυτόχρονα σκοτεινή, η οποία διαχειρίζεται την τύχη ανεπιθύμητων βρεφών με τρόπο που σταδιακά αποκαλύπτει ένα δίκτυο εκμετάλλευσης. Η ηρωίδα εισέρχεται σε αυτόν τον υπόγειο κόσμο με την ψευδαίσθηση ότι ανακτά τον έλεγχο της ζωής της, ενώ στην πραγματικότητα βυθίζεται σε μια ζώνη ηθικής σύγχυσης όπου κάθε πράξη επιβίωσης συνοδεύεται από ένα τίμημα που βαραίνει τη συνείδηση, και η ίδια καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην προσωπική της σωτηρία και στην αναγνώριση της αξίας ζωών που η κοινωνία θεωρεί περιττές.
Η βελόνα, εργαλείο ραπτικής και σύμβολο γυναικείας εργασίας, αποκτά διαστάσεις αλληγορικές, καθώς υποδηλώνει την προσπάθεια επιδιόρθωσης ενός κοινωνικού υφάσματος που έχει διαρραγεί από τον πόλεμο και την ανισότητα, ενώ ταυτόχρονα υπαινίσσεται την οξύτητα του πόνου που διαπερνά το σώμα και την ψυχή. Ειδικότερα, η βελόνα, αποκτά βάρος πολύ μεγαλύτερο από τη χρηστική της αξία, καθώς αποτελεί ένα αντικείμενο μικρό, σχεδόν ταπεινό, κι όμως φέρει μέσα του μια ολόκληρη κοσμοθεωρία για τη γυναικεία εργασία, για τη φροντίδα, για τη δημιουργία, για τη δυνατότητα του ανθρώπου να ράβει τα σκισμένα κομμάτια της ζωής του και να τα μετατρέπει σε ένδυμα που προσφέρει προστασία και αξιοπρέπεια.Ταυτόχρονα, η ίδια βελόνα φέρει μια διάσταση απειλητική, καθώς το αιχμηρό της άκρο υπενθυμίζει πόσο λεπτή αποδεικνύεται η γραμμή ανάμεσα στη φροντίδα και στη βία, ανάμεσα στη γέννηση και στην αφαίρεση της ζωής. Το αντικείμενο που ενώνει υφάσματα μπορεί, σε ένα διαφορετικό συμφραζόμενο, να γίνει εργαλείο πόνου, να τρυπήσει το δέρμα, να σημαδέψει το σώμα, να μετατρέψει την πράξη της δημιουργίας σε πράξη καταστροφής. Για αυτό λοιπόν, μέσα σε αυτή τη διττότητα συμπυκνώνεται ολόκληρη η ηθική αγωνία της ταινίας. Ποια ευθύνη φέρει ένα άτομο που δρα υπό το βάρος απόλυτης ένδειας; Σε ποιο σημείο η ανάγκη για επιβίωση μετατρέπεται σε συνενοχή; Ποια όρια χωρίζουν την αυτοπροστασία από την ηθική εκτροπή;
Η ταινία εξετάζει με καθαρό και αληθινό βλέμμα την έννοια της ευθύνης σε συνθήκες απόλυτης ένδειας, φωτίζοντας το πώς η ανάγκη για επιβίωση δύναται να οδηγήσει σε πράξεις που αλλοιώνουν την αυτοεικόνα του ανθρώπου και μετατρέπουν τη μητρότητα από πράξη αγάπης, σε πεδίο συναλλαγής. Η ευτυχία παρουσιάζεται ως μακρινός ορίζοντας που μετακινείται διαρκώς μακριά από την ηρωίδα, ενώ η επιβίωση λειτουργεί ως πρωταρχικό ένστικτο που διαμορφώνει επιλογές, και μέσα από αυτή τη σύγκρουση αναδύεται ένα στοχαστικό σχόλιο για την κοινωνία που γεννά τέρατα όχι από έμφυτη κακία, αλλά από συσσωρευμένη αδιαφορία.
______________________
Bicycle Thieves (1948, Vittorio De Sica)

Στη μεταπολεμική Ρώμη, ένας πατέρας αποκτά επιτέλους εργασία που υπόσχεται σταθερό εισόδημα και αξιοπρέπεια, με μοναδική προϋπόθεση την κατοχή ενός ποδηλάτου, αντικειμένου απλού που όμως μετατρέπεται σε θεμέλιο ολόκληρης της οικογενειακής του προοπτικής. Η σύζυγός του, θυσιάζει τα λιγοστά υπάρχοντα του σπιτιού ώστε να εξασφαλίσει το πολύτιμο μέσο, και η πρώτη ημέρα εργασίας φέρει μαζί της μια αίσθηση επανεκκίνησης, μια προσδοκία ότι η ζωή μπορεί να αποκτήσει ξανά συνοχή.
Η κλοπή του ποδηλάτου συντρίβει αυτή την προσδοκία και εγκαινιάζει μια οδύσσεια αναζήτησης στους δρόμους της πόλης, όπου πατέρας και γιος περιπλανώνται ανάμεσα σε αγορές και συνοικίες, συναντώντας πρόσωπα που αντανακλούν την ίδια αγωνία για επιβίωση, ώσπου η απελπισία κορυφώνεται σε μια πράξη που θέτει υπό αμφισβήτηση τα όρια της ηθικής και μετατρέπει τον πρωταγωνιστή από θύμα σε εν δυνάμει θύτη.
Το ποδήλατο στο Bicycle Thieves παύει πολύ γρήγορα να αποτελεί απλό εργαλείο εργασίας και μετατρέπεται σε προέκταση της πατρικής ταυτότητας, σε σύμβολο ικανότητας, ευθύνης και ανδρικής αξιοπρέπειας καθώς στην κοινωνία αυτή η αξία του ανθρώπου μετριέται με όρους παραγωγικότητας. Μέσα στην περιπλάνηση πατέρα και γιου, ξεχωρίζει η σκηνή στην τρατορία όπου καταφεύγουν εξαντλημένοι, κυνηγημένοι από την αποτυχία και τη σιωπηλή ντροπή. Ο μικρός κοιτάζει γύρω του τα άλλα παιδιά που τρώνε άνετα, που βουτούν το ψωμί τους στο κρασί των ενηλίκων, που γελούν με την αθωότητα εκείνων που αγνοούν την ένδεια. Ο πατέρας, με τα λιγοστά κέρματα στην τσέπη, αποφασίζει να παραγγείλει ψωμί και μοτσαρέλα, σαν να επιχειρεί να συμπυκνώσει μέσα σε αυτό το γεύμα μια ψευδαίσθηση κανονικότητας, μια στιγμή όπου το παιδί του θα νιώσει ισότιμο με τα υπόλοιπα, έστω για λίγα λεπτά. Η σκηνή αυτή φωτίζει την ουσία της ταινίας, καθώς η επιβίωση αποκτά νόημα μέσα από τη σχέση, μέσα από την επιθυμία του γονιού να προστατεύσει το παιδί από την ωμότητα του κόσμου, ακόμη και όταν ο ίδιος λυγίζει. Το βλέμμα του παιδιού είναι γεμάτο θαυμασμό και εμπιστοσύνη, για αυτό και λειτουργεί ως καθρέφτης όπου ο πατέρας αναζητά την εικόνα που θέλει να διατηρήσει, εκείνη του άνδρα που μπορεί να προσφέρει.
Κάνοντας έναν γόνιμο παραλληλισμό με την ταινία ‘Girl with the Needle’, βλέπουμε ότι και στις δύο περιπτώσεις, ο πόλεμος είναι παρών ως πρόσφατο τραύμα ή ως κοινωνική κατάρρευση και διαβρώνει το θεμέλιο της γονεϊκής ιδιότητας· στο ένα έργο η μητέρα παλεύει με το ερώτημα της επιβίωσης, στο άλλο ο πατέρας αγωνίζεται να αποδείξει στο παιδί του ότι η ζωή διαθέτει ακόμη μικρές νησίδες χαράς. Η βελόνα και το ποδήλατο λειτουργούν ως σύμβολα διαφορετικής φύσης, μα φέρουν κοινό φορτίο, καθώς αποτελούν μέσα με τα οποία ο γονιός επιχειρεί να ράψει ή να κινήσει το μέλλον του παιδιού, να δημιουργήσει προοπτική σε ένα διαρκώς συρρικνούμενο τοπίο.
Η ταινία προσεγγίζει τον άνθρωπο ως ον βαθιά κοινωνικό, εγκλωβισμένο σε ένα πλέγμα οικονομικών σχέσεων που καθορίζουν την ελευθερία του, και αποκαλύπτει ότι η αδικία διαχέεται οριζόντια, από τον έναν φτωχό στον άλλον, μετατρέποντας τα θύματα σε πιθανούς θύτες μέσα σε έναν φαύλο κύκλο ανάγκης. Η τελική πράξη του πατέρα, όταν επιχειρεί ο ίδιος να κλέψει ένα ποδήλατο μπροστά στα μάτια του γιου του, λειτουργεί ως φιλοσοφικός πυρήνας του έργου. Εδώ λοιπόν, η ηθική παρουσιάζεται ως εύθραυστη κατασκευή που δοκιμάζεται στα όρια της απελπισίας, και η ενοχή γεννιέται ακριβώς τη στιγμή που ο άνθρωπος αντικρίζει την αντανάκλασή του στο βλέμμα του παιδιού.
______________________
The Zone of Interest (2023, Jonathan Glazer)

“The Zone of Interest” Η ταινία ξεκινά με μια μαύρη οθόνη, παρατεταμένη, επίμονη, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, αφήνοντας τον θεατή με την απορία του γιατί, με ένα κενό που ζητά ερμηνεία πριν ακόμη εμφανιστεί η πρώτη εικόνα, σαν να απαιτεί από την αντίληψη να στραφεί προς τα μέσα, προς τη συνείδηση, πριν αντικρίσει οτιδήποτε ορατό. Όταν τελικά η εικόνα αναδύεται, παρουσιάζει ένα τοπίο γαλήνιο, μια φύση σχεδόν ειδυλλιακή, και σταδιακά αποκαλύπτεται η οικία του διοικητή του Άουσβιτς, του Rudolf Höss, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του Hedwig επιδιώκουν να οικοδομήσουν μια ζωή που ανταποκρίνεται στο όραμα μιας τέλειας οικογενειακής ευημερίας, με κήπο φροντισμένο, με παιδιά που τρέχουν στο γρασίδι, με τραπέζια στρωμένα, εν ολίγοις σε έναν χώρο που αποπνέει τάξη και αυτάρκεια. Η καθημερινότητά τους μοιάζει οργανωμένη και μεθοδική και η κάμερα την παρακολουθεί με ψυχραιμία, σαν να καταγράφει μια απλή οικογενειακή ιστορία.
Και όμως, σύντομα παρατηρούμε πως πίσω από τον τοίχο του κήπου υψώνονται καπνοί, στον αέρα διαχέονται κραυγές, ήχοι πυροβολισμών, δημιουργώντας μια ηχητική αντίστιξη που διαβρώνει την εικόνα της γαλήνης. Στα μεσοδιαστήματα της ταινίας, παρεμβάλλονται σκοτεινά, σχεδόν αφαιρετικά πλάνα, εικόνες όπου ο καπνός καταλαμβάνει τον ορίζοντα ή όπου το κάδρο μοιάζει να βυθίζεται σε μια ποιητική, υπόγεια ατμόσφαιρα, σαν να παρακολουθούμε μια εικαστική σύνθεση που
υπαινίσσεται την εξόντωση χωρίς να την προβάλλει άμεσα. Στην συγκεκριμένη ταινία απουσιάζει η κλασική απεικόνιση των συνθηκών του πολέμου, απουσιάζουν τα ωμά θεάματα βίας και στη θέση τους προβάλλεται μια εξιδανικευμένη συνθήκη γερμανικής κανονικότητας, μια επιμονή στην οικογενειακή ευτυχία που συνυπάρχει όμως με τη βιομηχανία του θανάτου.
Αντί για μια ρητή ανάλυση, η ταινία μας ωθεί να στοχαστούμε για την κανονικότητα ως μηχανισμό απορρόφησης του κακού. Η οικογενειακή ευημερία παρουσιάζεται ως κατασκευή προσεκτικά δομημένη, ένας μικρόκοσμος όπου η τάξη, η καθαριότητα και η προοπτική ενός ονείρου ζωής φαίνεται να αποκτούν απόλυτη προτεραιότητα, ακόμη και όταν η ύπαρξή τους προϋποθέτει την αποσιώπηση της εξόντωσης που λαμβάνει χώρα λίγα μέτρα πιο πέρα. Ο κήπος λειτουργεί ως εικόνα ενός τεχνητού παραδείσου, μιας Εδέμ που ανθίζει σε έδαφος ποτισμένο με στάχτη, και η επιμονή στη διατήρησή του αποκαλύπτει μια βαθιά ανθρώπινη ικανότητα, δηλαδή τη δύναμη προσαρμογής που κατέχουμε η οποία μετατρέπει την πιο ακραία βαρβαρότητα σε υπόβαθρο καθημερινότητας.
Έτσι, ενώ στις άλλες δύο ταινίες ο θεατής παρακολουθεί το μαρτύριο από τη σκοπιά εκείνων που αγωνίζονται να επιβιώσουν μέσα στην κατάρρευση, εδώ παρατηρεί μια οικογένεια που ευημερεί δίπλα στην κατάρρευση άλλων, και αυτή η αντιστροφή καθιστά το έργο βαθιά ανησυχητικό. Ανησυχητικό γιατί, η φρίκη πλέον δεν εμφανίζεται ως έκρηξη και αποκτά τη μορφή ρουτίνας, και η αρχική μαύρη οθόνη μοιάζει τελικά με καθρέφτη, όπου αντανακλάται η δυνατότητα κάθε κοινωνίας να συνηθίζει το αδιανόητο όταν αυτό εξυπηρετεί την προσωπική της κανονικότητα.
Η ταινία συνδέεται με το κλασικό δίπολο του Ντοστογιέφσκι στο “Έγκλημα και Τιμωρία”: η εσωτερική ένταση και η συνείδηση καθίστανται κέντρο της ηθικής διερώτησης, μιας και ο Κρις, όπως και ο Ρασκόλνικοφ, βιώνει το έγκλημα ως καθρέφτη της ψυχής, ως εσωτερική δοκιμασία που αμφισβητεί την ηθική του ταυτότητα. Η διαφορά έγκειται στην άρνηση του πεπρωμένου· στο σύμπαν του Κρις, η τιμωρία δεν είναι εγγυημένη, και η αδικία μπορεί να μείνει ατιμώρητη, γεγονός που αναδεικνύει την τυχαιότητα ως υπερκείμενη αρχή. Η ζωή, όπως υποδεικνύει η ταινία, κινείται σε μακροχρόνιες αλυσίδες συμβάντων όπου η μοίρα συχνά καθορίζεται από μικρές και λεπτεπίλεπτες αποκλίσεις. Η φιλοσοφική διάσταση της ταινίας αποκαλύπτει ότι η ανθρώπινη πράξη παραμένει πάντα ενσωματωμένη σε ένα πλέγμα πιθανότητας και αναγκαιότητας. Το έγκλημα γίνεται εργαλείο για την επιβεβαίωση της θέσης στον κόσμο, αλλά η τύχη αποφασίζει ποια από τις πράξεις θα στεριώσει στην πραγματικότητα. Η κοινωνική άνοδος, η ηθική παραβίαση, η αγάπη και η επιθυμία αλληλεπιδρούν σε ένα σύμπαν όπου η αβεβαιότητα διατηρείται ως υπερκείμενος νόμος, και η ανθρώπινη ζωή, στο βάθος χρόνου, αποκαλύπτει την λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη βούληση και στο τυχαίο.
Η αισθητική του Allen στην ταινία είναι ψυχρή, απέριττη και λογοτεχνική, μιας και κάθε στοιχείο του κόσμου που απεικονίζει αποκαλύπτει την ευθραυστότητα και την τυχαία δυναμική των ανθρώπινων επιλογών. Σαν παρατηρητής που ποτέ δεν παρεμβαίνει, ο Woody Allen δημιουργεί ένα σύμπαν όπου η τάξη και η ομορφιά συγκρούονται με την αβεβαιότητα και την ηθική αστάθεια.
______________________





