Skip to content

Cinematic Odyssey #64: Οι ταινίες της εβδομάδας!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Μια από τις πιο αξιοσημείωτες ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης είναι η ικανότητα της για αποτρόπαια έργα, προκειμένου να πετύχει έναν συγκεκριμένο σκοπό. Οι ταινίες της εβδομάδας περιστρέφονται γύρω από αυτή τη θεματική, μιας και αναπαριστούν ανθρώπινα πρόσωπα που, μπροστά στον φόβο της απώλειας ή της αφάνειας, μετατρέπουν την επιθυμία σε σχέδιο και το σχέδιο σε πράξη. Οι ήρωες αυτών των ιστοριών κινούνται από την ανάγκη να αγαπηθούν, να διασωθούν, να παραμείνουν ορατοί. Κι ακόμη κι όταν η κοινωνία δεν τιμωρεί, ακόμη κι όταν η τύχη συγκαλύπτει, το ρήγμα έχει ήδη συντελεστεί. Και αυτό γιατί, ακόμα και αν το τίμημα δεν είναι η φυλακή ή η δημόσια διαπόμπευση, είναι κάτι πιο άυλο και πιο επίμονο, η επίγνωση ότι κάποτε διέσχισαν ένα όριο και δεν επέστρεψαν ποτέ στην προηγούμενη εκδοχή τους.

Le Ravissement (2023, Iris Kaltenbäck)

Στην ταινία Le Ravissement η Lydia είναι μία νεαρή γυναίκα πουεργάζεται ως μαία. Καθημερινά, λοιπόν, στέκεται στο κατώφλι ανάμεσα στο σώμα και το θαύμα, ανάμεσα στον πόνο και στην πρώτη ανάσα. Αγγίζει την αρχή της ζωής με επαγγελματική ακρίβεια, και συνάμα με σχεδόν τελετουργική αφοσίωση. Και όμως, όσο πιο συχνά παραδίδει παιδιά στις μητέρες τους, τόσο πιο έντονα νιώθει τη δική της έλλειψη να βαραίνει. Ο αναπάντεχος χωρισμός της, της εντείνει ακόμα παραπάνω το αίσθημα της αβεβαιότητας, του μη προορισμού. Εκείνη την χρονική στιγμή, παγιώνεται μέσα της μια βεβαιότητα: ότι θα γίνει μητέρα. Το σχεδόν τρομακτικό στοιχείο αυτής της απόφασης είναι πώς από απλό ενδεχόμενο, γίνεται αναγκαιότητα. Στο σύμπαν της Lydia, η μητρότητα εμφανίζεται ως μία από τις σημαντικότερες εκδοχές της ζωής, ως η μόνη που μπορεί να της προσδώσει πυκνότητα ύπαρξης. Όταν λοιπόν γνωρίζει τον άντρα που ενσαρκώνει μια υπόσχεση σταθερότητας, αντιλαμβάνεται ότι η εικόνα της μητέρας την καθιστά επιθυμητή, αξιόπιστη, πλήρη. Έτσι, όταν μια παρανόηση γεννιέται- εμφανίζεται ένα παιδί φίλης της που προσωρινά βρίσκεται υπό τη φροντίδα της, η Lydia αφήνει αυτή την παρεξήγηση να αναπτυχθεί, αποκτώντας έτσι, ένα “δικό” της παιδί. Το παιδί γίνεται ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι κινήσεις της. Το κρατά, το φροντίζει, το κοιτά με μια ένταση που ξεπερνά τη στοργή, σαν να προσπαθεί να εμφυσήσει μέσα του την αλήθεια της δικής της αφήγησης. Παράλληλα, η φίλη της (η πραγματική μητέρα) παραμένει παρούσα, σαν μια ζωντανή υπενθύμιση της πραγματικότητας που έχει παραμεριστεί. Η σχέση των δύο γυναικών φορτίζεται με μια υπόγεια ανισορροπία. Η οικειότητα τους αποκτά βάρος, σαν να κρέμεται ανάμεσά τους κάτι αόρατο και επικίνδυνο.

Η μητρότητα εδώ αποκτά σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Λειτουργεί ως σύμβολο ένταξης, ως διαβατήριο προς μια κοινωνική και συναισθηματική νομιμοποίηση. Η απόφαση της Lydia αποκαλύπτει πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η ιδέα ότι η γυναικεία ταυτότητα ολοκληρώνεται μέσα από το παιδί. Η ταινία κοιτά αυτή την ιδέα κατάματα και την αφήνει να εκτεθεί μέσα από την υπερβολή της. Όταν μια επιθυμία αναγορεύεται σε υπαρξιακή αναγκαιότητα, τότε κάθε εμπόδιο φαντάζει αφόρητο. Το φιλοσοφικό κέντρο της ταινίας εδράζεται στην ιδέα της ιδιοποίησης και στα ερωτήματα που μπορεί να γεννήσει αυτή. Μπορεί κανείς να διεκδικήσει μια εμπειρία που δεν του ανήκει, απλώς επειδή τη λαχταρά; Και αν η λαχτάρα είναι απόλυτη, μήπως γεννά μια παράδοξη μορφή πίστης; Η Lydia πιστεύει στην εκδοχή του εαυτού της που επινόησε και αυτή η πίστη είναι που καθιστά την πράξη της ταυτόχρονα συγκλονιστική και ανησυχητική.

Στο The Rapture παρακολουθούμε την ηρωίδα με μια σωματική εγγύτητα, όπου σχεδόν αισθανόμαστε την ασφυξία της ανάγκης της. Στο τέλος, εκείνο που μένει είναι η αίσθηση ότι η ταυτότητα, όταν οικοδομείται πάνω σε ξένο έδαφος, απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση. Και η επιθυμία, όταν μετατρέπεται σε εμμονή, μεταμορφώνει την αγάπη σε πράξη κατάκτησης.

______________________

No Other Choice (2025, Park Chan-wook)

Στην ταινία No Other Choice η ιστορία ξεκινά σε ένα σπίτι σχεδόν ιδανικό. Φως που διαχέεται από μεγάλες τζαμαρίες, δύο παιχνιδιάρικα σκυλιά και μία οικογένεια αγαπημένη, προσδίδουν στον θεατή μία αίσθηση ευταξίας και επιτυχίας. Ο πρωταγωνιστής, ο Γιου Μαν-Σου, έχει χτίσει τη ζωή του πάνω σε αυτή την εικόνα, έχοντας εξασφαλίσει μια σταθερή δουλειά, οικογένεια, ένα περιβάλλον που μαρτυρά κόπο και κοινωνική άνοδο. Για τον Γιου Μαν-Σου, το σπίτι λειτουργεί σαν προέκταση της ταυτότητάς του, φανερώνοντας ότι τα κατάφερε. Από την αρχή της ταινίας η εικόνα αυτή αποσαθρώνεται, μιας και ο άντρας αυτός απολύεται ξαφνικά. Στην αρχή προσποιείται ότι όλα κυλούν ομαλά, όμως οι επαγγελματικές απορρίψεις συσσωρεύονται, οι οικονομικές πιέσεις εντείνονται, και σύντομα η οικογένεια αναγκάζεται να εγκαταλείψει το σπίτι που όριζε την εικόνα της επιτυχίας τους. Μπροστά σε μια καθοριστική επαγγελματική ευκαιρία, εμφανίζονται άξιοι ανταγωνιστές που διεκδικούν την ίδια θέση. Τότε, η ιδέα ότι κάποιος άλλος μπορεί να καταλάβει τη μοναδική δίοδο επιστροφής στην προηγούμενη ζωή γίνεται εμμονή. Σταδιακά, η σκέψη της εξάλειψης του αντιπάλου μετατρέπεται σε σχέδιο, με μία αποτρόπαια απόφαση να ωριμάζει μέσα σε αυτή την απόλυτη εσωτερική σιωπή.

Η ταινία εξερευνά τη στιγμή κατά την οποία η κοινωνική απογύμνωση βιώνεται ως υπαρξιακή ακύρωση. Ο ήρωας έχει ταυτίσει την αξία του με τη χρησιμότητά του, καθώς η απόλυση μοιάζει με διαγραφή της ίδιας του της υπόστασης. Το σπίτι, η εργασία, το κύρος λειτουργούν ως καθρέφτες μέσα στους οποίους αναγνώριζε τον εαυτό του. Όταν οι καθρέφτες θρυμματίζονται, επιχειρεί να επιβάλει εκ νέου την εικόνα του πάνω στον κόσμο. Η πράξη του, γεννιέται από μια παγερή λογική, που στηρίζεται στο ότι αν η κοινωνία δομείται πάνω στον ανταγωνισμό, τότε η ακραία εφαρμογή των κανόνων της παρουσιάζεται ως συνέπεια και όχι ως παρέκκλιση. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η τραγικότητα, μιας και η βία προκύπτει ως προέκταση μιας αποδεκτής αρχής, της επιβίωσης μέσω υπεροχής. Η τραγικότητα, ωστόσο κορυφώνεται στην ειρωνεία ότι η βία, που επιλέγεται ως μέσο ανάκτησης αξιοπρέπειας, διαβρώνει ακριβώς το στοιχείο που επιδιώκει να διασώσει. Η αξιοπρέπεια παύει να αποτελεί εσωτερική ποιότητα και μετατρέπεται σε εξωτερικό τρόπαιο. Ο αγώνας για επανένταξη στο κοινωνικό σώμα καταλήγει σε ηθική απομόνωση.

Η ταινία, μέσα από αυτή τη διαδρομή, αρθρώνει ένα στοχασμό για τη σύγχρονη ταυτότητα:όταν ο άνθρωπος μαθαίνει να μετρά τον εαυτό του με όρους αποτελεσματικότητας, κάθε απώλεια βιώνεται ως οντολογική κατάρρευση. Η φιλοδοξία, αρχικά ως κινητήρια δύναμη, σταδιακά μεταμορφώνεται σε μηχανισμό αυτοκαταστροφής. Όταν λοιπόν ο Γιου Μαν-Σου βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ανάγκη και στην ύβρη, ενσαρκώνει μια μορφή τραγικού ήρωα της εποχής της αγοράς, έναν άνθρωπο που θυσιάζει το ηθικό του βάρος στον βωμό της κοινωνικής του επαναφοράς.

Ο σκηνοθέτης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη γεωμετρία των χώρων. Τα κάδρα οργανώνονται με συμμετρία, οι γραμμές των τοίχων, των διαδρόμων και των παραθύρων εγκλωβίζουν τα σώματα μέσα σε αυστηρά όρια. Το σπίτι, αρχικά φωτεινό και ανοιχτό, κινηματογραφείται με τρόπο που αναδεικνύει την αρμονία και την αίσθηση ελέγχου. Έτσι, ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει τον χώρο ως ηθικό τοπίο. Κάθε δωμάτιο, κάθε διάδρομος, κάθε αστικό πλάνο λειτουργεί ως αντανάκλαση μιας εσωτερικής κατάστασης. Η αισθητική πειθαρχία του δημιουργού αποτυπώνει έναν κόσμο όπουτο συναίσθημα συγκρατείται, συμπιέζεται, μετατρέπεται σε εσωτερική ένταση. Μέσα από αυτή τη λιτότητα, φανερώνεται πώς ένας κόσμος δομημένος πάνω στην απόδοση παράγει αισθητική τάξη, μα ταυτόχρονα καλλιεργεί την ηθική ερημία.

______________________

Match Point (2005, Woody Allen)

Στην ταινία Match Point Η ιστορία ξεκινά στον κόσμο του tennis, όπου ο Κρις Γουίλτον βρίσκει πρόσβαση σε έναν κύκλο πλούτου και κοινωνικής λάμψης. Ως προπονητής σε ένα tennis club γνωρίζει τον πλούσιο τενίστα Τom, έναν άντρα που συνδέεται με μια οικογένεια ισχυρή και προνομιούχα. Μέσα από αυτή τη γνωριμία, η ζωή του Κρις αλλάζει, καθώς γνωρίζει την αδελφή του Tom, με την οποία ξεκινά μιασοβαρή σχέση που καταλήγει σε γάμο. Σύντομα, όμως, εμφανίζεται η Νόλα, η κοπέλα του Tom, και ο Κρις παραδίδεται σε έναν ακατανίκητο, παθιασμένο έρωτα που κινεί τις αποφάσεις του προς ακραίες πράξεις. Η ένταση ανάμεσα στη φιλοδοξία, την κοινωνική άνοδο και το απαγορευμένο πάθος οδηγεί σε ένα φρικτό έγκλημα.

Η ταινία εμβαθύνει στην ιδέα της τυχαιότητας και της τύχης ως βασικών νόμων του κόσμου. Κάθε επιλογή, κάθε βήμα και κάθε αλληλεπίδραση φαίνεται να καθορίζεται από λεπτομέρειες που μοιάζουν ασήμαντες: μια μπάλα τενίς που αγγίζει το φιλέ, ένα βλέμμα, ένα τυχαίο γεγονός. Ο Κρις αναλαμβάνει αποφάσεις με λογική, σχεδόν υπολογιστική, και η τύχη αποφασίζει ποιος θα επιβιώσει και ποιος θα χαθεί. Η απουσία πεπρωμένου καθιστά την ταινία ένα σύμπαν όπου οι άνθρωποι πλάθουν τη μοίρα τους μέσα από λεπτές συγκυρίες, όχι μέσω ηθικών ή θεϊκών αρχών.Η έννοια της τύχης αποτελεί βασική θεματική της ταινίας, που αν ανατρέξουμε σε άλλους σπουδαίους σκηνοθέτες ( Kieślowski στο Blind Chance), παρατηρούμε ότι η ιδέα αυτή είναι άξια προβληματισμού, καθώς μέσα σε έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα η ζωή συντίθεται από ατέλειωτες αλληλουχίες μικρών, τυχαίων γεγονότων και κάθε λεπτομέρεια έχει τη δυνατότητα να αλλάξει ριζικά το μέλλον. Το νόημα της ανθρώπινης δράσης παύει να είναι γραμμικό, έτσι οι συνέπειες αποκαλύπτονται σε βάθος χρόνου, με τρόπο που ξεπερνά την άμεση λογική και την ηθική κρίση.

Η ταινία συνδέεται με το κλασικό δίπολο του Ντοστογιέφσκι στο “Έγκλημα και Τιμωρία”: η εσωτερική ένταση και η συνείδηση καθίστανται κέντρο της ηθικής διερώτησης, μιας και ο Κρις, όπως και ο Ρασκόλνικοφ, βιώνει το έγκλημα ως καθρέφτη της ψυχής, ως εσωτερική δοκιμασία που αμφισβητεί την ηθική του ταυτότητα. Η διαφορά έγκειται στην άρνηση του πεπρωμένου· στο σύμπαν του Κρις, η τιμωρία δεν είναι εγγυημένη, και η αδικία μπορεί να μείνει ατιμώρητη, γεγονός που αναδεικνύει την τυχαιότητα ως υπερκείμενη αρχή. Η ζωή, όπως υποδεικνύει η ταινία, κινείται σε μακροχρόνιες αλυσίδες συμβάντων όπου η μοίρα συχνά καθορίζεται από μικρές και λεπτεπίλεπτες αποκλίσεις. Η φιλοσοφική διάσταση της ταινίας αποκαλύπτει ότι η ανθρώπινη πράξη παραμένει πάντα ενσωματωμένη σε ένα πλέγμα πιθανότητας και αναγκαιότητας. Το έγκλημα γίνεται εργαλείο για την επιβεβαίωση της θέσης στον κόσμο, αλλά η τύχη αποφασίζει ποια από τις πράξεις θα στεριώσει στην πραγματικότητα. Η κοινωνική άνοδος, η ηθική παραβίαση, η αγάπη και η επιθυμία αλληλεπιδρούν σε ένα σύμπαν όπου η αβεβαιότητα διατηρείται ως υπερκείμενος νόμος, και η ανθρώπινη ζωή, στο βάθος χρόνου, αποκαλύπτει την λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη βούληση και στο τυχαίο.

Η αισθητική του Allen στην ταινία είναι ψυχρή, απέριττη και λογοτεχνική, μιας και κάθε στοιχείο του κόσμου που απεικονίζει αποκαλύπτει την ευθραυστότητα και την τυχαία δυναμική των ανθρώπινων επιλογών. Σαν παρατηρητής που ποτέ δεν παρεμβαίνει, ο Woody Allen δημιουργεί ένα σύμπαν όπου η τάξη και η ομορφιά συγκρούονται με την αβεβαιότητα και την ηθική αστάθεια.

______________________

AUTHOR

Ιωάννα Λογάρου

Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, εξού και η προτίμηση της για τον Αλμοδοβάρ. Εμπνευσμένη από την υπαρξιακή αγωνία του Καμύ, η Ιωάννα είναι μία μοριακή βιολόγος που μέσα από τα άρθρα της εξερευνά την συσχέτιση των ταινιών με την φιλοσοφία και τις υπόλοιπες τέχνες.

Loading...
Ο Papazó φέρνει την «Ανισορροπία» στο WE!