Στέλιος Τσουκιάς: «Η πιο δύσκολη εξίσωση είναι να χωρέσουν μέσα σου δύο κόσμοι»!
Με αφορμή την επερχόμενη εμφάνισή του στη SOUL την Παρασκευή 20 Μαρτίου, ο Στέλιος Τσουκιάς μιλά στο Beater για τη διαδρομή ανάμεσα στα μαθηματικά και τη μουσική, τη δημιουργική διαδικασία πίσω από τον νέο του δίσκο «Στη Δύση» και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα. Μεγαλωμένος στα Εξάρχεια και με σπουδές στα Μαθηματικά και τα Οικονομικά, ο τραγουδοποιός ανοίγει μια ειλικρινή κουβέντα για τις εσωτερικές συγκρούσεις, την ανάγκη της έκφρασης και τον τρόπο με τον οποίο τα τραγούδια γεννιούνται συχνά στις πιο σιωπηλές στιγμές. Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή της Θεσσαλονίκης με τη νέα του μπάντα για να παρουσιάσει το άλμπουμ «Στη Δύση», μοιράζεται σκέψεις για τη δημιουργία, την ειλικρίνεια στην τέχνη και τον θόρυβο της εποχής μας:
Μεγαλωμένος στα Εξάρχεια, με σπουδές στα Μαθηματικά και τα Οικονομικά, και παράλληλα μια βαθιά σχέση με τη μουσική ποια είναι τελικά η πιο καθοριστική “εξίσωση” που έχεις λύσει μέχρι σήμερα στη ζωή σου;
Όταν βρίσκομαι σε κατάσταση πανικού, προβληματισμού ή δυσκολίας, όντως αντιμετωπίζω το πρόβλημα σαν εξίσωση. Προσπαθώ να σκεφτώ τα βήματα που θα με φέρουν πιο κοντά σε μια λύση. Αυτό έχει μέσα του και τον τεχνοκρατισμό των μαθηματικών, αλλά και ένα βασικό «λάθος», ότι στη ζωή τίποτα δεν λύνεται ολοκληρωτικά, γιατί συνεχώς αλλάζει το σημείο από το οποίο το κοιτάς. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία «εξίσωση» που με απασχόλησε περισσότερο, θα έλεγα την ισορροπία ανάμεσα στα μαθηματικά και τη μουσική, ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη. Για χρόνια ένιωθα ότι αυτοί οι δύο κόσμοι συγκρούονται μέσα μου. Με τον καιρό κατάλαβα ότι στην πραγματικότητα γεννιούνται από την ίδια ανάγκη: την ανάγκη να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας. Ίσως τελικά η πιο δύσκολη εξίσωση να είναι απλώς πώς να χωρέσουν μέσα σου δύο κόσμοι που αγαπάς.
Το νέο άλμπουμ σου «Στη Δύση» βγήκε σε μια περίοδο που έζησες έντονες εσωτερικές αλλαγές. Πώς σου φάνηκε να πατάς «πλήκτρο εγγραφής» σε συναισθήματα που μπορείς να νιώθεις αλλά δύσκολα λες;
Αυτή είναι, νομίζω, και η ουσία της δημιουργίας τραγουδιών. Κάτι που δεν μπορείς να πεις με απλά λόγια, έρχεται ύστερα από μια εσωτερική πάλη, από μια τριβή που μπορεί να κρατήσει πολύ καιρό. Είναι μια διαδικασία όπου κάτι που σε απασχολεί ή σε δυσκολεύει δουλεύει μέσα σου σιωπηλά, μέχρι να έρθει η στιγμή που καταφέρνεις να «φωτογραφίσεις» αυτό το συναίσθημα σε ένα τραγούδι. Με έναν τρόπο λειτουργεί και ψυχοθεραπευτικά. Έχει να κάνει με το πώς ο καθένας μεταβολίζει το σκοτάδι του. Προσωπικά, όταν είμαι χαρούμενος θέλω να είμαι έξω, να με δει ο ήλιος, να είμαι με φίλους, να γνωρίσω νέους ανθρώπους και να ζήσω την εξωστρέφεια της στιγμής. Τα τραγούδια, όμως, γεννιούνται συχνά στις πιο σιωπηλές στιγμές. Εκεί όπου προσπαθείς να δώσεις μορφή σε κάτι που δεν λέγεται εύκολα.
Τι έχεις μάθει για τον εαυτό σου μέσα από τη δημιουργία αυτού του άλμπουμ που πριν δεν ήξερες ή φοβόσουν να το κοιτάξεις μέσα σου;
Να είμαι πιο ελεύθερος και πιο ανέμελος μέσα στη δημιουργία. Να μη «κολλάω» σε σκέψεις που τελικά δεν βοηθούν τη στιγμή που γράφεις ένα τραγούδι. Πολλοί —και εγώ μαζί— πέφτουμε συχνά στην παγίδα να σκεφτούμε σε ποιον απευθυνόμαστε την ώρα που δημιουργούμε. Όταν σκέφτεσαι σε ποιον απευθύνεσαι την ώρα που γράφεις, μπαίνει ένα φίλτρο στη δημιουργία. Και τότε χάνεται η ειλικρίνεια. Αυτό που έμαθα μέσα από αυτόν τον δίσκο είναι να αφήνομαι περισσότερο. Στον τρόπο που γράφω, που τραγουδάω, που βρίσκομαι στη σκηνή, ακόμη και στον τρόπο που επικοινωνώ. Σε αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο και η συνεργασία με τη Λαμπρινή Γρηγοριάδου, η οποία έγραψε τη μουσική και ανέλαβε την ενορχήστρωση και την παραγωγή του δίσκου. Οι μελωδικές γραμμές ταίριαξαν πολύ στη φωνή μου και έδωσαν στους στίχους τον χώρο να αναπνεύσουν.
Τι σε πληγώνει πιο εύκολα: η αδιαφορία ή η κριτική;
Η κριτική δεν με πληγώνει τόσο. Αν είναι καλοπροαίρετη, μπορεί να σε βοηθήσει να δεις κάτι που δεν είχες δει. Ακόμη κι όταν είναι αυστηρή, έχει μέσα της μια μορφή συμμετοχής. Η αδιαφορία είναι πιο δύσκολη. Όχι γιατί θέλω απαραίτητα αποδοχή, αλλά γιατί η μουσική, όπως και κάθε μορφή τέχνης, γεννιέται για να επικοινωνήσει με κάποιον. Από την άλλη, με τα χρόνια μαθαίνεις να κρατάς μια ισορροπία. Να ακούς, αλλά να μην αφήνεις ούτε την κριτική ούτε την αδιαφορία να καθορίζουν αυτό που κάνεις.

Από τον «Άγιος Ψεύτης» μέχρι τον «ΣΤΗ ΔΥΣΗ», τι έχει αλλάξει μέσα σου ως δημιουργό; Νιώθεις ότι ο ήχος σου έχει ωριμάσει ή απλώς έχει γίνει πιο τολμηρός;
Άλλα πράγματα «φωτογράφιζα» τότε και άλλα τώρα. Έχει αλλάξει ο τρόπος που γράφω. Τότε ήμουν πιο άγουρος και πιο λογικός στον τρόπο που προσέγγιζα τα πράγματα. Υπήρχε όμως μια αμεσότητα και μια πηγαία ανάγκη που ακόμη την αναγνωρίζω και τη σέβομαι. Εκείνη την περίοδο ζούσα στο Λονδίνο. Πήγαινα κάθε μέρα σε ένα γραφείο σε έναν πύργο δεκαπέντε ορόφων, ο καιρός ήταν μόνιμα μουντός και κάπως ένιωθα ότι όλη αυτή η πραγματικότητα με πίεζε. Ο καπιταλισμός, ο ρυθμός της πόλης, το απρόσωπο της καθημερινότητας. Μέσα από τη γραφή και τη μουσική άρχισα σιγά σιγά να επαναστατώ εσωτερικά. Μετά γύρισα στην Ελλάδα, ήρθε η καραντίνα, άλλαξαν πολλά μέσα μου. Βγήκα ξανά στον δρόμο με τις συναυλίες, έπαιξα σε πολλές πόλεις, γνώρισα κόσμο και ξαναβρήκα τη σχέση μου με τη σκηνή. Και κάπως μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή ήρθε και τελευταίος δίσκος «Στη Δύση». Δεν ξέρω αν ο ήχος έγινε απλώς πιο ώριμος ή πιο τολμηρός. Νομίζω απλώς έγινε πιο ξεκάθαρος.
Πόσο βιωματική είναι η γραφή σου σήμερα; Γράφεις ακόμα όταν “σε πνίγει κάτι” ή έχεις μάθει να δημιουργείς και μέσα στην ηρεμία;
Η γραφή για μένα δεν είναι κάτι που το προγραμματίζεις. Συνήθως συμβαίνει όταν κάτι μέσα σου θέλει να βγει προς τα έξω. Όχι απαραίτητα από πόνο — καμιά φορά και από ένταση, από ενέργεια, από μια στιγμή που νιώθεις ότι κάτι πρέπει να ειπωθεί. Δεν κάθομαι να περιμένω την έμπνευση ούτε να την εξηγήσω. Αν έρθει, την ακολουθώ. Αν δεν έρθει, βγαίνω έξω, ζω τη ζωή μου και κάποια στιγμή επιστρέφει από μόνη της. Και δεν είναι πάντα βιωματική η γραφή. Μπορεί εξίσου να ξεκινήσει από μια ιστορία της διπλανής πόρτας, από κάτι που θα δω ή θα ακούσω και θα με αγγίξει αρκετά ώστε να μου δημιουργήσει εικόνες. Τα τραγούδια, για μένα, δεν γράφονται με το κεφάλι. Γράφονται όταν κάτι μέσα σου λέει «τώρα».
Στις 20 Μαρτίου στο SOUL τι θα ακούσουμε από εσένα; Θα είναι μια πιο ηλεκτρική βραδιά ή πιο εσωτερική;
Θα έχει και τα δύο, όπως ακριβώς και ο δίσκος. Θα υπάρχει ένταση, ρυθμός και ηλεκτρισμός, αλλά και στιγμές πιο εσωτερικές. Θα περάσουμε από την ενέργεια του «ΤΤΤΑ» και τη μετάβαση του «Δέλτα» —από την ακινησία του σκοταδιού στη ροή του φωτός— στη νοσταλγία του «Μη Λυπάσαι», την ευαισθησία του «Κάποια μέρα» και τη βαθιά εσωτερικότητα του «Χαίρε Χρόνε». Θα παίξουμε φυσικά και τραγούδια από την παλαιότερη δισκογραφία μου, αλλά φέρνοντάς τα στον σημερινό μας ήχο. Μέσα από τη μπάντα και τη δυναμική που έχουμε αναπτύξει τον τελευταίο καιρό, πολλά από αυτά τα κομμάτια έχουν ξαναγεννηθεί στη σκηνή και έχουν πάρει μια νέα ενέργεια. Στη σκηνή θα είμαστε μια πολύ δυνατή μπάντα. Πέρα από τη Λαμπρινή Γρηγοριάδου στην ηλεκτρική κιθάρα —με την οποία συνεργαζόμαστε στενά τα τελευταία δύο χρόνια— και τον Ιάσωνα Οικονόμου στο μπάσο, συνεργάτη μου εδώ και χρόνια, έχουμε και δύο νέες προσθήκες: τον Γιώργο Νικολαΐδη στα τύμπανα και τον Πάνο Γκίνη, βασικό μέλος των Thrax Punks, στη δεύτερη ηλεκτρική κιθάρα. Μαζί έχουμε δημιουργήσει ένα ηχητικό τοπίο με πολύ ηλεκτρισμό, ψυχεδέλεια, ευθραυστότητα αλλά και εκπλήξεις. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι τους έχουν ισχυρή σχέση με τη Θεσσαλονίκη — έχουν ζήσει και παίξει εκεί πολλές φορές, ίσως και περισσότερο απ’ ό,τι στην Αθήνα. Οπότε με έναν τρόπο επιστρέφουμε σε μια πόλη που τους είναι πολύ οικεία. Και αυτό νομίζω θα φανεί και πάνω στη σκηνή.
Σε μια εποχή που όλα τρέχουν γρήγορα, πώς προστατεύεις την ειλικρίνεια της γραφής σου;
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία περνάει μπροστά από τα μάτια μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για αυτό. Ο εγκέφαλος χρειάζεται χρόνο για να επεξεργαστεί αυτά που βλέπει και νιώθει. Κι όμως κάθε μέρα ζητάμε όλο και περισσότερη επιβεβαίωση, συχνά μέσα από τα social media. Μέσα σε αυτόν τον θόρυβο, το μόνο που μπορεί να σε κρατήσει κάπως όρθιο είναι η ειλικρίνεια. Να λες αυτό που πραγματικά έχει λόγο να ειπωθεί. Όχι παραπάνω. Τα social media φυσικά βοηθούν να φτάσει η δουλειά σου στον κόσμο, αλλά κι εκεί χρειάζεται μέτρο. Αν κάτι αξίζει να ειπωθεί, ας ειπωθεί. Μέχρι εκεί όμως. Γιατί γύρω μας υπάρχει ήδη αρκετός θόρυβος, αρκετή ένταση, αρκετή χολή. Η μουσική, τουλάχιστον για μένα, είναι ένας τρόπος να καθαρίσει λίγο το τοπίο. Να μείνει κάτι αληθινό μέσα σε όλο αυτό.
Στον BEATER, κάνουμε ότι κάνουμε, γιατί πιστεύουμε ότι το καλό πρέπει να προβάλλεται! Τί κάνεις ή τί μας προτείνεις να κάνουμε για να “κάνουμε τον κόσμο καλύτερο”;
Να συνεχίσετε να κάνετε αυτό που ήδη λέτε: να προβάλλετε το καλό. Σε μια εποχή που όλα τρέχουν πολύ γρήγορα και ο θόρυβος είναι μεγάλος, έχει σημασία να υπάρχουν χώροι που ξεχωρίζουν πράγματα που αξίζουν. Η δημοσιογραφία, όταν λειτουργεί με ειλικρίνεια, ανοιχτό μυαλό και αγάπη για αυτό που κάνει, μπορεί να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο. Να δώσει χώρο σε ιδέες, σε ανθρώπους και σε δημιουργία που αλλιώς ίσως χάνονταν μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο. Οπότε συνεχίστε να ψάχνετε, να ανακαλύπτετε και να μοιράζεστε πράγματα που έχουν κάτι αληθινό μέσα τους. Αν με ρωτούσατε το ίδιο για μένα, μάλλον θα έλεγα ότι προσπαθώ απλώς να γράφω τραγούδια με ειλικρίνεια και καθαρότητα. Από εκεί και πέρα, ο κόσμος βρίσκει τον δρόμο του.




