Skip to content

Ένα εν πλω ταξίδι στη Γένοβα.




*Κλικ εδώ για ελληνικά

Text/Audiovisual: Doi De Luise

When it blows strong from the North – the very moment your bow leaps over the massive west-corner of the breakwater–, the sails loudly receive the wind gust and the boat jumps forward, leaning downwind in a glaze of water. Very little matches with the feeling it brings along.

It must have been over a year since the last time I was on board – an immense amount of time for me – and mostly due to that, as my bare feet were still trying to get used to the movements underneath them, anticipating waves on the slippery fiberglass of the deck, a modest 20 knots of wind got me by surprise. As we rounded the breakwater the wind came in all at once and, along with it, over seven tons of boat bent under the resistance that roughly 80m² of sail surface put against it. The boat jumped ahead and blood rushed everywhere through my body.


Over the two weeks I had already spent in Genoa, that was the first time I truly felt home.

Indeed, as everyone who shares the same feelings I have towards the sea, I can’t speak for the city that I truly know if I don’t see it from its watery sides, and even less I can call it home if I can’t come to understand it truly only once I’ve seen miles of coast. And Genoa, a city made by the sea itself, it’s not even comprehensible if you’ve never seen it disappearing at your back, while headed for the horizon.

And indeed, as we sailed away from its harbour in one of the best summer conditions I’ve ever witnessed, the city unfolded at our back. Bit by bit its whole 30km of coastline close under the alps and the Apennines, and the city is slowly collapsing from their cliffs into the sea. No flat land is there left for its buildings. Each and every one of them has been fighting for its place, rooted uphill, crushing and leaning against one another for thousands of years.


And, at sunset, this view is just breathtaking.

Black and grey roofs, towers, churches, and every single window faced south or south-west, shines; making the city a golden and silver-ish light that blinds you as you head off its sight into the sunset.

All behind and around it, sunburnt cliffs, green lush bushes, and agaves. Only maritime pines, lemons, and olive trees rise to the sky here and there. Basil and palms give it a smell of exotic, even though you won’t find a northern land in the whole Adriatic Sea.

And all this scenery, as fascinating as it might be, almost metaphorically, has to be left behind, to get a clear perception of it, until it gets lost in the blurry blue of distance. And along with it, all the nonsense of land’s life and beliefs fade away, leaving you alone with yourself and all that is in your immediate vicinity, or sphere of influence, almost as if you were in Hemingway’s “The man and the sea”.

And that is pretty much it. What stands left is the need to leave the piss smell of city life behind, while heading for the horizon, believing to be understanding it all. Pretty much that, as soon shit won’t need to make sense anymore.

In the sky, the depths, the wind, and the sudden silence, a silence that is just in your head, as wind still blows, sail still vibrates, and water breaks on bow and hull.

“With a philosophical flourish Cato throws himself upon his sword; I quietly take to the ship.
There is nothing surprising in this.
If they but knew it, almost all men in their degree, some time or other, cherish very nearly the same feelings towards the ocean with me.”

Hermann Melville, by Moby Dick




Κείμενο/Οπτικοακουστικό υλικό: Doi De Luise

Με τον Βοριά να φυσά δυνατά – ακριβώς τη στιγμή που η πλώρη χιμάει πάνω από την συνθλιπτική δυτική άκρη του κυματοθραύστη-, τα πανιά φουσκώνουν με ένταση και το σκάφος επιτίθεται προς τα μπρος, γέρνοντας προσήνεμα εν ριπή οφθαλμού.

Μετράω πάνω από ένα χρόνο από την τελευταία φορά που βρέθηκα εν πλω – ασύλληπτα πολύς για μένα -, και κυρίως λόγω αυτού, και των γυμνών μου πελμάτων που ακόμη προσπαθούσαν να συνηθίσουν στις κινήσεις, περιμένοντας να αντιμετωπίσουν τα κύματα πάνω στη γλιστερή επιφάνεια του καταστρώματος, οι κατά τα άλλα αντιμετωπίσιμοι 20 κόμβοι ανέμου με κατέλαβαν εξαπίνης. Όσο διασχίζαμε τον κυματοθραύστη, ο άνεμος μας έπιασε και μαζί του πάνω από 7 τόνους σκάφος έσκυψαν, αφήνοντας πάνω από 80τμ επιφάνειας πανιού στην αντίστασή του. Το σκάφος πήδηξε εμπρός και αίμα όρμηξε παντού από το σώμα μου.

Ήμουν ήδη πάνω από 2 εβδομάδες στη Γένοβα, αλλά αυτή ήταν η πρώτη στιγμή που ένιωσα ότι ήμουν σπίτι.

Αλήθεια, όπως ο καθένας που μοιράζεται τα ίδια αισθήματα με μένα προς τη θάλασσα, δεν μπορώ να μιλήσω για μια πόλη που γνωρίζω αν δεν την δω από την παραθαλάσσια πλευρά της, και πόσο μάλλον να την ονομάσω σπίτι μου αν δεν την κατανοήσω και αν δεν δω μίλια από την ακτή της. Και η Γένοβα, μια πόλη που φτιάχτηκε από την ίδια τη θάλασσα, δεν γίνεται αντιληπτή παρά μόνο αν δεν την δεις να εξαφανίζεται πίσω σου, όσο εσύ πορεύεσαι προς τον ορίζοντα.

Και πράγματι, καθώς σαλπάραμε από το λιμάνι, υπό τις καλύτερες θερινές συνθήκες που έχω ποτέ δει, η πόλη ξεδιπλωνόταν στην πλάτη μας. Λίγο λίγο, η ακτή 30χλμ βυθιζόταν στις Άλπεις και στα Απέννινα Όρη και η πόλη καταρρέε από τα βράχια προς τη θάλασσα. Δεν μένει επίπεδη γη για τα κτίριά της. Χιλιάδες χρόνια τώρα, το κάθε ένα παλεύει για τη θέση του, ριζωμένο ανηφορικά, συνθλίβοντας και γέρνοντας το ένα στο άλλο.

Στο ηλιοβασίλεμα, αυτή η θέα σου κόβει την ανάσα.

Μαύρες και γκριζωπές στέγες, πύργοι, εκκλησιές και ανοίγματα του Νότου, όλα λάμπουν· η πόλη τότε γίνεται ένα χρυσαφένιο φως, που σε τυφλώνει όσο την αφήνεις και στρέφεις το βλέμα σου προς το ηλιοβασίλεμα.

Όλα πίσω και περιμετρικά, ηλιόλουστα βράχια, καταπράσινοι θάμνοι και αγαύες. Μόνο τα θαλάσσια πεύκα, οι λεμονιές και οι ελιές υψώνονται εδώ κι εκεί. Ο βασιλικός και τα φοινικόδεντρα δίνουν ένα τόνο εξωτικό, παρόλο που δε θα βρεις βορειότερη έκταση σε ολόκληρη την Αδριατική θάλασσα.

Το τοπίο αυτό, όσο μαγικό και να φαίνεται, σχεδόν μεταφορικά, πρέπει να μείνει πίσω σου, να το δεις καλά, μέχρι να χαθεί στο θολό μπλε της απόστασης. Και μαζί μ’ αυτό, όλες οι ανοησίες της ζωής εκεί ξεθωριάζουν, αφήνοντάς σε μόνο με τον εαυτό σου και ό,τι βρίσκεται κοντά σου, σαν ένα πέπλο επιρροής, σαν να βρίσκεσαι στο κλασικό του Hemingway, «Ο γέρος και η θάλασσα».

Αυτό είναι. Ό,τι σου μένει είναι η ανάγκη να αφήσεις τη δυσωδία της αστικής ζωής πίσω σου, όσο κατευθύνεσαι προς τον ορίζοντα, νομίζοντας ότι τα καταλαβαίνεις όλα. Κάπως έτσι, μέχρι όλες οι βλακείες να μην έχουν πια νόημα.

Ξαφνικά, απελευθερώνεσαι από τους επιβλητικούς κανόνες του ανθρώπου, της κοινωνίας. Σου ανοίγεται μια νέα πραγματικότητα, με τους δικούς της κανόνες χιλιάδων ετών – όλα συγκρούονται σε έναν: δεν έχεις τον έλεγχο. Είσαι ταυτόχρονα ο κυβερνήτης και ο κυβερνώμενος. Κάπου εκεί βρίσκεται η ελευθερία σου.

Στον ουρανό, στα βάθη, στους αέρηδες, ησυχία, μια ησυχία που είναι μόνο στο κεφάλι σου, καθώς ο άνεμος δε σταματά να φυσά, το σκάφος εξακολουθεί να δονείται και το νερό συνεχίζει να επιτίθεται στην πρύμνη και στην πλώρη.

«Με μια φιλοσοφική χειρονομία όλο μεγαλοπρέπεια, ο Κάτων ρίχνεται πάνω στο σπαθί του εγώ παίρνω ήσυχα το πλοίο.
Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό σ’ αυτό.
Αν το ήξεραν έφτανε όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, με τον τρόπο τους, αργά ή γρήγορα, θα έτρεφαν πάνω-κάτω τα ίδια αισθήματα με μένα για τον ωκεανό.»

Hermann Melville, του Moby Dick


Ένα φωτογραφικό ημερολόγιο εγκυμοσύνης.
Ακούστε το νέο κομμάτι των New Order!