Skip to content

Η ιστορία του Άγη, της Εύης και της καραντίνας τους.

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Κείμενο: Κωνσταντίνος Αλεξάνδρου
Φωτογραφία εξωφύλλου:
Χρήστος Βιδούρας

Πάτα play και διάβασε.

«Πάρ’ το μόνη σου ρε συ Ευαγγελία». Ο Άγης ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ, στο γάμα που έκανε η γωνία κολλητά στον τοίχο. Είχαν περάσει αρκετές ώρες και χωρίς να το καταλάβει, είχε φτάσει σ’ αυτό το σημείο που δεν ήθελε να σηκωθεί για τίποτα. Τα μάτια του, που δεν τα σήκωσε από το βιβλίο που κρατούσε, δεν τα σήκωσε γιατί ήταν απορροφημένος, και την Εύη, που την αποκάλεσε Ευαγγελία, δεν της είπε αυτό που της είπε με κάποιο υπαινιγμό. Η προσήλωση του βλέμματος του μέσα από τα γυαλιά ταρταρούγας, η σταθερότητα στο χέρι που στήριζε το σαγόνι του, η ευθεία γραμμή του βλέμματος του με το κεφάλαιο είκοσι πέντε τελεία τέσσερα τελεία δύο, η ευκολία με την οποία γυρνούσε το μολύβι στα δάχτυλα του, η ετοιμότητα να καρφώσει μ’ αυτό, σα ψάρι, την όποια επισήμανση θα ξεπηδούσε από τη σελίδα τριακόσια εξήντα πέντε ήταν, ας πούμε, αυτόματες, χωρίς σημασία, παρελκόμενες στην κύρια διάθεση που έλεγε, ότι δεν ήθελε ούτε να τεντωθεί ένα χιλιοστό πιο πέρα από εκεί που είχε τοποθετηθεί από το πρωί.

Η Εύη σηκώθηκε, έφτασε δίπλα του, έβαλε το γόνατο της δίπλα στο απλωμένο πόδι του και απλώθηκε πάνω στο πλάτος του καναπέ για να φτάσει το βιβλίο της. Ο Άγης έκανε αριστερά το κεφάλι του ενοχλημένος κι απάντησε στο «Αυτό θα κάνεις σήμερα;» που η Εύη αναρωτήθηκε, με ένα απλό «Ναι». Εκεί η Εύη, στην απότομη τελεία που έβαλε μετά το «ναι», διάβασε «Εσύ αυτό θα κάνεις σήμερα; Θα με ρωτάς;» και μαζεύτηκε στην άλλη πλευρά του γάμα του καναπέ και ανέβασε τα πόδια της και τράβηξε την μαλακή ροζ καρό κουβέρτα πάνω τους και δεν ξαναμίλησε για την επόμενη ώρα.


«…μετά από μέρες κλεισμένη στο σπίτι, οι δυόμισι χιλιάδες ακόλουθοι της πλέον ακολουθούσαν όλοι τους όλους τους άλλους, και, εκείνη τη στιγμή, όλοι, μπροστά στα μάτια της, στεκόταν σταματημένοι.»


Όταν χτύπησε το τηλέφωνο, η Εύη είχε ήδη αποκοιμηθεί. Άνοιξε τα μάτια της, κι είδε μέσα από τις τούφες της ότι ο Άγης, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από το βιβλίο του, είχε απαντήσει στο τηλέφωνο και με ένα ναι, ίδιο με αυτό που είχε πει και στην ίδια, αποχαιρέτησε αυτόν που ήταν στην άλλη πλευρά της γραμμής. Η Εύη τον ρώτησε ποιός ήταν, δύο φορές, τη πρώτη φορά αμέσως και τη δεύτερη αφού έβηξε για να καθαρίσει τη φωνή της. Ο Άγης δεν απάντησε. Η Εύη έμεινε μια στιγμή ακίνητη μορφή πίσω από το βλέμμα της, μετά έπιασε από μια άκρη την κουβέρτα, και, σαν να ήταν κάποιο περιτύλιγμα συσκευασίας που την κρατούσε μέσα, την άνοιξε και σηκώθηκε. Προχώρησε αργά κι αθόρυβα δίπλα στο χαμηλό τραπέζι του σαλονιού, από όπου έσκυψε και πήρε την κούπα του καφέ. Φορούσε ένα ροζ κολλητό παντελόνι, γιατί το πρωί είχε προσπαθήσει να κάνει γιόγκα, κι ήταν ξυπόλυτη. Το παρκέ δίπλα από το παράθυρο είχε ζεσταθεί από τον ήλιο που έπεφτε αδιάκοπα από το πρωί και της ζέστανε τα πόδια. Στάθηκε και κοίταξε προς τα έξω. «Έχει έρθει η άνοιξη» είπε κι έφερε τη μεγάλη κούπα του καφέ μπροστά στο πρόσωπο της, μόνο για να πάρει μια μυρωδιά. Μετά από κάποια πλάγια και κάπως γοργά βήματα, την επέστρεψε στο τραπεζάκι από όπου την πήρε και, αφού το ξέμπλεξε από την κουβέρτα, έπιασε το κινητό της. Η κίνηση της τράβηξε την προσοχή του Άγη. “Insta moment;” ρώτησε, κι η Εύη του γύρισε ένα «Ναι» που, στην τελεία του, έλεγε, στον Άγη – γιατί ήταν ο Άγης που το κατάλαβε- ότι το moment ήταν δικό της.

Όμως, η διάθλαση του ήλιου στο διπλό τζάμι δεν άφηνε το φως να έρθει σωστά στη φωτογραφία και ταλαιπωρούσε τη Εύη. Αναγκαζόταν να σκύψει πίσω από το τηλέφωνο, να σηκωθεί στις μύτες της και να κοιτάζει την οθόνη με την άκρη του ματιού της. Ο λευκός ορίζοντας που ξεχώριζε πίσω από το φράχτη με τα δέντρα· ο μεγάλος κήπος, που δυνάμωνε πέρα από τη ξύλινη, χωρίς κάγκελα, βεράντα· η βουκαμβίλια, που στέγνωνε στο φως και στον αέρα τα νεαρά, κόκκινα, ρουμπίνια της· τα λεπτά φύλλα της κατάλπης, που άπλωναν το φως στην επιφάνεια τους· όλα, όλα ήταν φλου πίσω από το τζάμι του κινητού και πίσω από το τζάμι παραθύρου- η Εύη απογοητεύτηκε. Γύρισε στον καναπέ, άνοιξε το βιβλίο της και κάθισε. Αφιέρωσε, όμως στην αρχή δύο λεπτά στο να κοιτάει, να θαμπώνεται από τον ήλιο που αντανακλόταν στα φύλλα της κατάλπης που ήταν δίπλα, ένα βήμα από το κλεισμένο παράθυρο. Η ερώτηση του Άγη την επανέφερε. «Λοιπόν; Τίποτα πάλι;» Η Εύη δεν απάντησε, δεν στράφηκε καν προς το μέρος του να δει ότι δεν είχε πάρει τα μάτια του από το βιβλίο. «Η γιόγκα το πρωί; οκ;» επανήλθε μετά από λίγο. Η Εύη πάλι δεν απάντησε, κι ο Άγης, όχι σαν να πήρε τη θέση της στην απάντηση αλλά σαν να συνέχιζε την κουβέντα που είχε ανοίξει με το προφανές, είπε, «Ε πώς; Γίνεται γιόγκα από ίντερνετ;». Η Εύη γύρισε το βιβλίο της στο κάλυμμα του κι έπιασε το κινητό από το τραπέζι.


«Και χθες δεν είχα κανένα όνειρο. Είναι λες κι εδώ και λίγες μέρες, να έχουν εξαντληθεί. Δεν ξέρω τι γίνεται, αλήθεια, αλλά έχει αρχίζει να με κουράζει. Θυμάσαι τότε που ήμουν στη Νορβηγία; Είναι σαν τις μέρες στους έξι μήνες νύχτα…»


Στο σαλόνι, για λίγη ώρα, επικράτησε ξανά σιωπή. Στο δρόμο δεν περνούσαν αυτοκίνητα και κανένας ήχος δεν έφτανε μέσα. Μόνο, ένα μεγάλο ζουζούνι επέμενε να επιτίθεται στην πόρτα που οδηγούσε στον κήπο. Ο Άγης, έκλεισε απαλά το βιβλίο, ανακάθισε στον καναπέ, στήριξε τους αγκώνες του στα γόνατα του και κρέμασε τα χέρια του. Άφησε το βιβλίο του στο τραπέζι και πάνω σ’ αυτό τα γυαλιά του. «Τι έγινε στην ταινία χθες; Κοιμήθηκα.» Η Εύη δεν απάντησε, παρά μόνο τον κοίταξε ερωτηματικά. Ο Άγης είπε ένα «Μάλιστα» σαν να το ξεφύσηξε, κι έφερε τις παλάμες του στα γόνατα του, έβαλε δύναμη, σηκώθηκε, και περπάτησε μέχρι μπροστά στο παράθυρο, όπου στάθηκε, με τα χέρια στη μέση και με τα πόδια ανοιχτά στο άνοιγμα των ώμων. «Ποιά μέρα είναι σήμερα;» ρώτησε χωρίς να γυρίσει στο μέρος της Εύη, χαμηλώνοντας και στρέφοντας μόνο, το κεφάλι του λίγο προς τα δεξιά, σαν να αφουγκράζεται εκνευρισμένος για κάτι που θα ήθελε να μη του πάρει χρόνο να το μάθει. Η Εύη είπε τον αριθμό της μέρας κι ο Άγης επανέφερε το βλέμμα του προς τα έξω. Μισόκλεισε τα μάτια του κι επικεντρώθηκε σε ένα σημείο του ορίζοντα. Κίνησε τα χείλη του για λίγο σαν να ακολουθεί ένα σιωπηλό ψιθύρισμα ή να κάνει ένα λογαριασμό και, μετά, συνοφρυώθηκε. Από πίσω του άκουσε τη Εύη να λέει «Το instαgram έχει γεμίσει βλακείες.» και διέκρινε στην τελεία και στον χαμηλόφωνο αναστεναγμό της, τη θλίψη, που ήταν σίγουρος ότι ένιωσε όταν έφτασε, χωρίς να το ξέρει και χωρίς να έχει την σαφήνεια που είχε για εκείνον, η στιγμή που με κάποιον τρόπο, μετά από μέρες κλεισμένη στο σπίτι, οι δυόμισι χιλιάδες ακόλουθοι της πλέον ακολουθούσαν όλοι τους όλους τους άλλους, και, εκείνη τη στιγμή, όλοι, μπροστά στα μάτια της, στεκόταν σταματημένοι. Χαμήλωσε το κεφάλι του ξανά, χωρίς να στρέψει, αυτή τη φορά προς τα δεξιά, έβγαλε ένα σιγανό αναστεναγμό κι ο ίδιος και σήκωσε το κεφάλι του κρατώντας όμως το βλέμμα του χαμηλά. «Και χθες δεν είχα κανένα όνειρο. Είναι λες κι εδώ και λίγες μέρες, να έχουν εξαντληθεί. Δεν ξέρω τι γίνεται, αλήθεια, αλλά έχει αρχίζει να με κουράζει. Θυμάσαι τότε που ήμουν στη Νορβηγία; Είναι σαν τις μέρες στους έξι μήνες νύχτα. Το φως σταματημένο στην Άνοιξη κι όλα ήσυχα, λες και πέτυχες πάλι, όπως χθες και προχθές, το βράδυ.» Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε σαν να το συνειδητοποιούσε μόλις εκείνη τη στιγμή που το έλεγε. «Και όλα αυτά ενώ δεν έχεις με ποιόν να τα βάλεις· το μυαλό σου αρνείται πια να σου φτιάξει τους κύκλους της μέρας.» Γύρισε προς το μέρος της κι είπε αόριστα σαν να ήθελε να το ακούσει κι ο ίδιος για να το πιστέψει «Πρέπει να τα κάνεις όλα μόνος σου.»

Η Εύη σηκώθηκε και, χαμογελαστή με το κινητό στο χέρι, πήγε να δείξει κάτι στον Άγη, κι αυτός χαλάρωσε τα χέρια του, τα άφησε να πέσουν από τη μέση του, έστρεψε τον κορμό του, μετακινήθηκε πιο δίπλα της και άρχισε να βλέπει το βίντεο που ήθελε να του δείξει η Εύη στο κινητό. Το ανοιξιάτικο δυνατό φως περνούσε το τζάμι, έφτανε μέχρι το μέσο του σαλονιού κάνοντας μια στάση για να καλύψει το χώρο ανάμεσα τους και να γίνει το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στον ώμο του Άγη και το λευκό πουλόβερ με το γατί που φορούσε η Εύη, μια χρυσή ζελατίνα, που όσο και να απομακρυνόταν ο ένας από τον άλλον, θα άνοιγε αρκετά κάθε μέρα όσο, όμως, θα έμενε το ίδιο άθικτη, το ίδιο διαρκής.

Loading...
Δες την μικρού μήκους ταινία “Acrylic” του Νίκου Πάστρα εδώ!
«Αναρρόφηση», η ιστορία της 18ης Μαρτίου 2020.