Cinematic Odyssey #69: Οι ταινίες της εβδομάδας!
Η κινηματογραφική ιστορία έχει αγκαλιάσει πολλές φορές το θέμα του έρωτα, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγει να φωτίσει την αποσύνθεσή του, την στιγμή δηλαδή, που η τρυφερότητα μετατρέπεται σε απόσταση και οι σιωπές αποκτούν απτή υφή. Και στις τρεις ταινίες, ο γάμος λειτουργεί ως καθρέφτης υπαρξιακών ανησυχιών, ως σκηνή όπου παίζεται ένα δράμα ανθρώπινο και αρχέγονο. Έτσι, η θεματική τους, πέρα από μια αφήγηση χωρισμού, επεκτείνεται σε έναν στοχασμό για την ταυτότητα, τη μνήμη, την ευθύνη και τελικά την ίδια τη φύση της αγάπης.
Kramer vs Kramer (1978, Robert Benton )

Στο Kramer vs Kramer, η αφήγηση ξεκινά με μια απουσία που διαλύει την καθημερινότητα. Η Τζοάνα εγκαταλείπει το σπίτι, αφήνοντας τον Τεντ αντιμέτωπο με έναν ρόλο που έως τότεπαρέμενε ξένος: την πλήρη φροντίδα του παιδιού του. Ο Τεντ είναι ένας άντρας απορροφημένος απο την δουλειά του και την επιτυχία, επομένως ο απρόσμενη φυγή της γυναίκας του τον πυροδοτεί με άγχος και αγωνία, για το πώς θα καταφέρει να φροντίσει τον γιο του χωρίς ωστόσο να χάσει την επαγγελματική του ταυτότητα. Η ταινία εξελίσσεται ως μια διαδικασία ενηλικίωσης, μέσα από τη δυσκολία, την αμηχανία, τις μικρές αποτυχίες που σταδιακά μετατρέπονται σε κατανόηση. Ο Τεντ ανακαλύπτει μια νέα μορφή αγάπης, πιο γήινη, πιο επίπονη, ενώ η Τζοάνα επανέρχεται διεκδικώντας τον γιο της, πυροδοτώντας μια δικαστική σύγκρουση που λειτουργεί σαν πεδίο ηθικής διερεύνησης.
Η ταινία αυτή μοιάζει με μελέτη πάνω στην ευθύνη ως πράξη που διαμορφώνει την ύπαρξη. Ο Τεντ μετακινείται από μια εγωκεντρική ταυτότητα σε μια ύπαρξη που ορίζεται μέσω του άλλου. Εδώ, η αγάπη εμφανίζεται σαν μια συνεχή πράξη, ως επιλογή που επαναλαμβάνεται. Η Τζοάνα, από την άλλη πλευρά, ενσαρκώνει την ανάγκη αυτοπροσδιορισμού, μια κραυγή για προσωπικό χώρο μέσα σε έναν ρόλο που φαίνεται να την καταπίεζε και να την απομάκρυνε από την αυτοεκτίμηση και την αυτοεξέλιξη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χρώματα της ταινίας, τα οποία κινούνται σε ζεστούς, οικιακούς τόνους που σταδιακά αποκτούν μια μελαγχολική χροιά, ενώ οι χαρακτήρες αποκτούν βάθος μέσα από μικρές χειρονομίες, βλέμματα, παύσεις. Το σπίτι μετατρέπεται από χώρο ρουτίνας σε χώρο μεταμόρφωσης. Μέσα σε αυτόν τον μετασχηματισμένο χώρο, κάθε αντικείμενο μοιάζει να αποκτά μια δεύτερη σημασία, σαν να κουβαλά επάνω του το αποτύπωμα των συναισθημάτων που διαπερνούν τους ήρωες. Η κουζίνα, άλλοτε απλώς λειτουργική, γίνεται πεδίο δοκιμής και αποτυχίας, ένας τόπος όπου ο Τεντ μαθαίνει να φροντίζει, να αφουγκράζεται, να επιμένει, να αντέχει. Το παιδικό δωμάτιο, με τις σκιές και τα παιχνίδια του, μετατρέπεται σε ένα καταφύγιο ευθραυστότητας, εκεί όπου η σχέση πατέρα και γιου αποκτά ρίζες που απλώνονται πέρα από τον χρόνο. Ο Τεντ λοιπόν, διασχίζοντας αυτό το δυσβάστακτο μονοπάτι της κατανόησης και της ευθύνης, αγγίζει μια μορφή αλήθειας που καμία επαγγελματική επιτυχία δεν θα μπορούσε να του προσφέρει. Η πατρότητα παύει να αποτελεί υποχρέωση και αναδύεται ως υπαρξιακή εμπειρία, μια διαδικασία μέσα από την οποία ο ίδιος αναγεννάται.
______________________
Blue Valentine (2010, Derek Cianfrance)

Στο Blue Valentine, η αφήγηση σπάει τον γραμμικό χρόνο και κινείται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, δημιουργώντας ένα συγκλονιστικό κοντράστ ανάμεσα στην αρχή και στη φθορά. Ο Ντιν και η Σίντι γνωρίζονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα αυθορμητισμού και νεανικής ελπίδας, με σκηνές γεμάτες φως, μουσική, και μια αξιοζήλευτη ποιητική ανεμελιά. Το παρόν,αντίθετα, παρουσιάζεται ως ένα πεδίο έντασης, απογοήτευσης και αδυναμίας επικοινωνίας. Η σχέση τους μοιάζει με κάτι που κάποτε έλαμπε και τώρα σβήνει αργά και ανεπαίσθητα. Ο Ντιν προσκολλάται στην ανάμνηση εκείνης της αρχικής μαγείας, σαν να πιστεύει πως αρκεί να την ανακαλέσει για να την ξαναζωντανέψει, ενώ η Σίντι βιώνει μια σταδιακή απομάκρυνση, μια ανάγκη για κάτι που να εξελίσσεται μαζί της και να μην την κρατά εγκλωβισμένη σε μια εικόνα του παρελθόντος. Ο Ντιν, με μια παιδική ανάγκη για αγάπη και αποδοχή, μοιάζει να βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μια ακινησία, ενώ η Σίντι κινείται προς μια κατεύθυνση που απαιτεί αλλαγή, ακόμη κι αν αυτή συνεπάγεται πόνο. Χαρακτηριστικά, η γνωστή σκηνή στο δωμάτιο του μοτέλ λειτουργεί σαν μικρογραφία ολόκληρης της σχέσης τους, καθώς φανερώνεται η απεγνωσμένη προσπάθεια να αναβιώσουν κάτι που έχει ήδη απομακρυνθεί. Το φως είναι τεχνητό, ψυχρό, τα χρώματα έντονα αλλά άδεια από συναίσθημα, σαν μια καρικατούρα ρομαντισμού που υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο την απόσταση ανάμεσά τους.
Στο Blue Valentine αυτό που παρατηρούμε σε βάθος είναι η έννοια της χρονικότητας της αγάπης. Το ερώτημα που αιωρείται αφορά το κατά πόσο η αγάπη αποτελεί σταθερή ουσία ή μεταβαλλόμενη εμπειρία. Ο Ντιν παραμένει προσκολλημένος σε μια ρομαντική ιδέα, ενώ η Σίντι αναζητά εξέλιξη, κάτι πέρα από την επανάληψη. Η σύγκρουση αυτή φανερώνει μια βαθιά υπαρξιακή ασυμφωνία, αναδεικνύοντας δύο ανθρώπους που αγαπήθηκαν, αλλά ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις. Η χρωματική παλέτα λειτουργεί ως αφηγηματικό εργαλείο, καθώς το παρελθόν πλημμυρίζει από ζεστά, φωτεινά χρώματα, ενώ το παρόν βυθίζεται σε ψυχρούς, σχεδόν αποστειρωμένους τόνους. Οι χαρακτήρες απογυμνώνονται από κάθε εξιδανίκευση, παρουσιάζοντας μια ωμή αλήθεια, με αίσθηση πως σχεδόν βλέπουμε ένα ντοκιμαντέρ. Εν αντιθέσει με το Kramer vs Kramer, εδώ δεν γινόμαστε μάρτυρες μιας αγάπης που εξαφανίζεται ξαφνικά και αδικαιολόγητα, αντιθέτως παρατηρούμε πώς η αγάπη μεταλλάσσεται, φθείρεται, χάνει τη μορφή της μέχρι που μοιάζει αγνώριστη. Και ίσως το πιο οδυνηρό στοιχείο είναι πως και οι δύο παραμένουν, με διαφορετικό τρόπο, δεμένοι σε κάτι που έχει ήδη αλλάξει.
______________________
Marriage Story (2019, Noah Baumbach)

Το Marriage Story κινείται σε ένα πιο ώριμο και στοχαστικό επίπεδο, παρουσιάζοντας τη διάλυση ενός γάμου μέσα από τη διαδικασία του διαζυγίου. Ο Τσάρλι και η Νικόλ, δύο δημιουργικοί άνθρωποι, βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στην αγάπη που ακόμη υποβόσκει και στην ανάγκη να προχωρήσουν χωριστά. Η ταινία καταγράφει με τρομακτική λεπτομέρεια τη σταδιακή μετατροπή μιας προσωπικής σχέσης σε νομική υπόθεση, οδηγώντας μας σε ένα πεδίο που οι λέξεις αποκτούν άλλη βαρύτητα και οι προθέσεις παραμορφώνονται. Καθώς η διαδικασία εξελίσσεται, η σχέση του Τσάρλι και της Νικόλ μοιάζει να διασπάται σε πολλαπλά επίπεδα. Αρχικά, υπάρχει η ανάμνηση αυτού που υπήρξαν, γεμάτη τρυφερότητα και δημιουργική ένωση, έπειτα υπάρχει η παρούσα σύγκρουση, φορτισμένη με πικρία και αδυναμία κατανόησης ενώ υπάρχει και μια υπόγεια ροή συναισθήματος που επιμένει πεισματικά να υπενθυμίζει πως τίποτα από όσα έζησαν μαζί δεν έχει εξαφανιστεί πραγματικά. Αυτή η πολυεπίπεδη συνύπαρξη δίνει στην ταινία μια αίσθηση βαθιάς αλήθειας, σαν να μην παρακολουθούμε ακριβώς το τέλος μιας σχέσης αλλά την μετάλλαξη της σε κάτι πιο σύνθετο και λιγότερο ονομαζόμενο.
Μια από τις πιο γνωστές και συναισθηματικά φορτισμένες σκηνές, στο διαμέρισμα, αποτελεί μια συναισθηματική κορύφωση, καθώς βιώνεται σαν ένα ξέσπασμα από την συσσωρευμένη ένταση. Εκεί, οι λέξεις χάνουν τον έλεγχο και αποκαλύπτουν έναν πυρήνα οδύνης που κρυβόταν πίσω από την ευγένεια και την προσπάθεια διατήρησης ισορροπιών. Κάθε φράση μοιάζει να κουβαλά χρόνια ανείπωτων σκέψεων, κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή τη σφοδρότητα, διακρίνεται μια παράξενη μορφή αγάπης, μια σύνδεση που επιμένει να υπάρχει έστω και τραυματισμένη.
Στο Marriage Story ο γάμος παρουσιάζεται σαν μια μορφή ήπιας διάχυσης της ταυτότητας,με τα όρια να λειαίνονται μέχρι που παύει να είναι σαφές πού τελειώνει ο ένας και πού αρχίζει ο άλλος. Και με την κατάσταση αυτή να διαρρηγνύεται, η επιστροφή στον εαυτό μοιάζει σαν μια αργή, επώδυνη ανασύσταση, σαν να πρέπει κανείς να ξαναμάθει τη γλώσσα με την οποία μιλά για τον εαυτό του. Ακόμη πιο βαθιά, η ταινία μοιάζει να στοχάζεται πάνω στην έννοια της «δικαιοσύνης» μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις. Στον κόσμο του δικαστηρίου, η δικαιοσύνη απαιτεί σαφήνεια, επιχειρήματα, διαχωρισμούς. Στον κόσμο της οικειότητας, όμως, τα πράγματα παραμένουν θολά, αντιφατικά και άδικα με τρόπους που καμία απόφαση δεν μπορεί να εξισορροπήσει. Εκεί γεννιέται μια υπόγεια ένταση, καθώς γεννιέται η ανάγκη να ειπωθεί μια αλήθεια που από τη φύση της δεν χωρά σε καμία καθαρή διατύπωση. Ο καθένας αφηγείται τη δική του εκδοχή, και καμία δεν ακυρώνει την άλλη, απλώς συνυπάρχουν, σαν παράλληλες πραγματικότητες που τέμνονται χωρίς ποτέ να ταυτίζονται πλήρως.
______________________





