Skip to content

Cinematic Odyssey #61: Οι ταινίες της εβδομάδας!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Οι ιστορίες που ακολουθούν δεν είναι ρομαντικές με τη συμβατική έννοια, αλλά στοχασμοί πάνω στον χρόνο, στη μνήμη και στη μουσική ως εσωτερικό τοπίο. Φανερώνουν λοιπόν, την ίδια αλήθεια, ότι μερικές φορές ο έρωτας δεν έρχεται για να μείνει, αλλά για να μας διαμορφώσει. Σε έναν πολιτισμό που μετρά τον έρωτα με διάρκεια, αυτές τον μετρούν με ένταση. Και σε μια εποχή που τα συναισθήματα καταναλώνονται, αυτές επιμένουν ότι ο πιο δυνατός έρωτας είναι εκείνος που δεν καταναλώθηκε ποτέ.

Letter from an unknown woman  (1948, Max Ophüls)

Στην ταινία “Letter from an unknown woman” ένας διάσημος πιανίστας, λίγο πριν εγκαταλείψει τη Βιέννη για να ξεφύγει από μια μονομαχία, λαμβάνει ένα γράμμα. Η γυναίκα που το έγραψε του αποκαλύπτει ότι τον αγάπησε σιωπηλά σε όλη της τη ζωή, έτσι καθώς ο άντρας διαβάζει, η ταινία μετατρέπεται σε εκτενείς αναδρομές στο παρελθόν. Η ιστορία ξεκινά από την εφηβεία της, όταν τον γνωρίζει ως γείτονα. Όμως, εκείνος είναι ήδη αφιερωμένος στη μουσική του και στον εαυτό του. Εκείνη τον παρατηρεί, τον εξιδανικεύει, τον ακολουθεί χωρίς να ζητά κάτι. Οι ζωές τους διασταυρώνονται μια νύχτα, με μουσική, ρομαντισμό και ένα παιδί που εκείνος δεν μαθαίνει ποτέ ότι είναι δικό του. Ο πιανίστας συνεχίζει τη ζωή του, ξεχνά, φεύγει, επιστρέφει, χωρίς να συνειδητοποιεί ποτέ το βάθος της αγάπης που τον περιβάλλει. 

Έντονο στοιχείο της ταινίας είναι η συναισθηματική επιμονή που χαρακτηρίζει την γυναίκα. Ο άντρας ζει στο παρόν και στο μέλλον, ενώ η γυναίκα ζει στο παρελθόν, καθώς αυτό το παρελθόν είναι όλη της η ταυτότητα. Η αφήγηση είναι κυκλική, όπως και η αγάπη της. Κάθε επιστροφή του άντρα δεν λειτουργεί ως εξέλιξη αλλά ως επανάληψη. Εκείνος παραμένει ίδιος, ενώ εκείνη αλλάζει μόνο εξωτερικά. Εσωτερικά, μένει πιστή σε ένα συναίσθημα που ολοένα και αποκτά μεγαλύτερο βάθος. Η ταινία είναι βαθιά μελαγχολική, ενώ δεν είναι λίγες οι στιγμές που συνειδητοποιούμε την τραγικότητα που εκθέτει, μιας και αποδεικνύει πώς ο έρωτας μερικές φορές όχι μόνο δεν βιώνεται, αλλά ούτε καν αναγνωρίζεται. Η ηρωίδα δεν διαθέτει κοινωνικό χώρο για να εκφράσει τον έρωτά της, καθώς είναι μια γυναίκα νέα και αόρατη. Δεν μπορεί να απαιτήσει, να διεκδικήσει ούτε να ορίσει τον εαυτό της μέσα στη σχέση. Έτσι, η μουσική, της προσφέρει μια άυλη γλώσσα, χωρίς κοινωνικούς κανόνες, χωρίς ντροπή, χωρίς ανάγκη ανταπόκρισης. Όταν εκείνος παίζει, εκείνη ακούει αφοσιωμένη και αυτό το άκουσμα ισοδυναμεί με μία ομολογία αγάπης που δεν ειπώθηκε ποτέ με λέξεις.

Ο Mozart, με την αρμονική του ισορροπία, αντιπροσωπεύει τον έρωτα ως καθαρή μορφή, αναδεικνύοντας κάτι ιδανικό, σχεδόν παιδικό, χωρίς ακόμα το βάρος της απώλειας. Ο Liszt, αντίθετα, με τη ρομαντική υπερβολή και τη συναισθηματική του ένταση, εκφράζει την ωριμότητα της αγάπης της ηρωίδας, έναν έρωτα που έχει περάσει από τη λαχτάρα στη θυσία. Η εναλλαγή αυτών των μουσικών κόσμων αντικατοπτρίζει την εσωτερική της εξέλιξη, όχι την εξέλιξη της σχέσης, η οποία παραμένει στάσιμη. Υπάρχει, ωστόσο, και μια βαθιά ειρωνεία σε αυτή τη σχέση με τη μουσική. Ο πιανίστας, άνθρωπος της τέχνης, αποδεικνύεται ανίκανος να ακούσει την πιο αυθεντική ανθρώπινη συγκίνηση που τον περιβάλλει. Η τέχνη δεν τον εξευγενίζει συναισθηματικά αλλά, αντίθετα, τον απομονώνει μέσα σε έναν ναρκισσισμό όπου οι άλλοι υπάρχουν μόνο παροδικά. Αντίθετα, η γυναίκα, που δεν δημιουργεί μουσική αλλά τη βιώνει είναι εκείνη που κατανοεί βαθύτερα τη φύση της, ως μνήμη, ως επανάληψη, ή καλύτερα ως μια υπόσχεση. 

______________________

Brief encounter (1945, David Lean)

Στην ταινία Brief encounter” η Laura, μια παντρεμένη γυναίκα με ήρεμη ζωή, γνωρίζει τυχαία τον Alec, έναν γιατρό, σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Η συνάντησή τους αρχικά φαίνεται απλή, σχεδόν ασήμαντη. Όμως συνεχίζεται, με συναντήσεις για καφέ, περίπατο και εκτενείς συνομιλίες. Σύντομα λοιπόν οι δύο τους καταλαβαίνουν ότι αυτό που νιώθουν ίσως ξεπερνά τη φιλία. Και όμως, τίποτα δεν ολοκληρώνεται πραγματικά. Η σχέση τους ζει ανάμεσα σε αποχαιρετισμούς και σε στιγμές που διακόπτονται. Η σκέψη της απιστίας τους τρομάζει περισσότερο από την απώλεια. Καθόλη την διάρκεια της ταινίας ακούμε την ιστορία από την Laura, η οποία την αφηγείται σαν εσωτερικό μονόλογο, σαν εξομολόγηση που δεν απευθύνεται σε κανέναν. Ο θεατής εδώ δεν παρακολουθεί μια ερωτική ιστορία, αλλά την πάλη ενός ανθρώπου με τη συνείδησή του.

Ο σταθμός, οι αμαξοστοιχίες, οι αναχωρήσεις είναι στοιχεία που επικρατούν και λειτουργούν συμβολικά. Βλέπουμε πως ο έρωτας είναι πάντα κάτι που φεύγει, ποτέ κάτι που φτάνει. Το Piano Concerto No. 2, γραμμένο μετά από μια περίοδο βαθιάς κατάθλιψης του ίδιου του Rachmaninoff, φέρει ήδη μέσα του την εμπειρία της απώλειας και της εσωτερικής πάλης. Έτσι, η επιλογή του έργου δεν είναι τυχαία, μιας και ο έρωτας στο Brief Encounter δεν είναι αφελής ή ανέμελος, αλλά έρωτας ενηλίκων, φορτωμένος με ευθύνη, φόβο και επίγνωση των συνεπειών. Η μουσική δεν τους ωθεί προς την υπέρβαση, αλλά τους υπενθυμίζει το τίμημα. Έτσι, ο ανεκπλήρωτος έρωτας εδώ αποκτά ηθική διάσταση. Δεν είναι αποτέλεσμα εξωτερικών εμποδίων, αλλά μιας συνειδητής απόφασης. Και η μουσική λειτουργεί σαν μόνιμη υπενθύμιση αυτής της απόφασης, σαν κάτι που θα συνεχίσει να ηχεί μέσα στη Laura πολύ μετά τον αποχαιρετισμό. Όταν όλα τελειώνουν και η ζωή επιστρέφει στη φαινομενική της κανονικότητα, το κονσέρτο δεν λύνεται, αλλά παραμένει ανοιχτό, όπως και το συναίσθημα.

Τελικά, στο Brief Encounter, η μουσική του Rachmaninoff δεν συνοδεύει τον έρωτα, αλλά τον αντικαθιστά. Γίνεται το μόνο πεδίο στο οποίο αυτός μπορεί να υπάρξει πλήρως, χωρίς ενοχή και χωρίς συνέπειες. Ό,τι δεν έζησαν οι ήρωες στη ζωή τους, το ζει η μουσική για λογαριασμό τους και το κουβαλά μαζί της, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ.

______________________

White Nights (1957, Luchino Visconti)

Οι Λευκές Νύχτες ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των ταινιών που μένουν ανεξίτηλες στην μνήμη σου κυρίως λόγω του συναισθήματος που σου αφήνουν, όχι λόγω της πλοκής τους. Βασισμένη στο διήγημα του Ντοστογιέφσκι, η ταινία κρατά αυτό που έκανε πάντα καλά ο συγγραφέας, να μιλά για ανθρώπους που νιώθουν περισσότερο απ’ όσο αντέχουν να ζήσουν. Η ιστορία είναι απλή και αφορά έναν άντρα που περπατά μόνος τη νύχτα και γνωρίζει μια γυναίκα που περιμένει κάποιον άλλον. Δεν περιμένει μεταφορικά αλλά τον περιμένει πραγματικά, καθώς της έχει υποσχεθεί ότι θα επιστρέψει. Ο άντρας λοιπόν, την ακούει, τη συνοδεύει και κυρίως την παρατηρεί. Χωρίς να το καταλάβει, την ερωτεύεται, εκείνη, όμως, είναι ήδη δεμένη σε μια ανάμνηση. Οι συναντήσεις τους κρατούν λίγες νύχτες, καθώς όταν ο άλλος επιστρέφει, όλα τελειώνουν ήσυχα. Κάτι πολύ σημαντικό, ίσως το πιο ουσιαστικό στοιχείο της ταινίας, είναι ότι δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομα του άντρα. Και αυτό δεν είναι μια απλή αφηγηματική επιλογή ή μια ιδιοτροπία του σεναρίου, αλλά ο ίδιος ο πυρήνας της ιστορίας. Ο ήρωας δεν έχει όνομα γιατί, στην πραγματικότητα, δεν έχει θέση. Δεν ανήκει σε κανέναν κοινωνικό ρόλο, δεν κατοχυρώνεται μέσα σε καμία σχέση, δεν διεκδικεί τίποτα που να μπορεί να του αναγνωριστεί. Είναι ο άνθρωπος που περνά από τη ζωή κάποιου άλλου για λίγο, σχεδόν αθόρυβα, και μετά χάνεται, χωρίς να αφήσει πίσω του ίχνη που να απαιτούν αναγνώριση. Η γυναίκα, από την πλευρά της, δεν είναι σκληρή μαζί του ούτε του υπόσχεται κάτι που δεν σκοπεύει να τηρήσει. Είναι απλώς πιστή σε κάτι που ίσως δεν υπάρχει πια, σε μια ανάμνηση που έχει αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη από την πραγματικότητα. Και εκείνος το αποδέχεται και το σέβεται. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η ταινία αναδεικνύει έναν αληθινό πόνο, επειδή συνειδητοποιούμε πως κανείς δεν φταίει. Κι όμως, κάποιος πληγώνεται βαθιά, ακριβώς επειδή όλα έγιναν με ειλικρίνεια.

Η πόλη μέσα στην οποία κινούνται μοιάζει ψεύτικη, σχεδόν θεατρική, σαν σκηνικό που έχει στηθεί για να φιλοξενήσει κάτι εύθραυστο και παροδικό. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια ρεαλιστική απεικόνιση ενός τόπου, αλλά περισσότερο λειτουργεί ως ο εσωτερικός κόσμος του ήρωα. Στον χώρο αυτό, όλα είναι λίγο πιο φωτεινά και ήσυχα απ’ όσο θα έπρεπε. Οι λευκές νύχτες δεν είναι ρομαντικές με τη συνηθισμένη έννοια, αλλά νύχτες που δεν αφήνουν περιθώριο να κρυφτείς από τον εαυτό σου. Και αν έπρεπε να συνοψίσει κανείς την ταινία σε μία μόνο φράση, ίσως να ήταν πως μερικές φορές δεν είμαστε ο έρωτας της ζωής κάποιου, είμαστε απλώς μια νύχτα της. Στη νύχτα αυτή, δύο μοναξιές συναντιούνται για λίγο, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς απαιτήσεις, μόνο με μια αμοιβαία αναγνώριση που δεν χρειάζεται λόγια. Και κάπως έτσι οι Λευκές Νύχτες μιλούν για τον έρωτα που απλώς υπήρξε, ως μια σύντομη συνάντηση που αφήνει ίχνη μόνο στην ψυχή, πριν χαθεί μαζί με το φως της αυγής. Γιατί μερικές φορές, αυτό που μας καθορίζει περισσότερο δεν είναι ό,τι κρατήσαμε, αλλά ό,τι αφήσαμε να φύγει.

______________________

AUTHOR

Ιωάννα Λογάρου

Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, εξού και η προτίμηση της για τον Αλμοδοβάρ. Εμπνευσμένη από την υπαρξιακή αγωνία του Καμύ, η Ιωάννα είναι μία μοριακή βιολόγος που μέσα από τα άρθρα της εξερευνά την συσχέτιση των ταινιών με την φιλοσοφία και τις υπόλοιπες τέχνες.

Loading...
Όταν ο φόβος γίνεται…φτερά: Η Δέσποινα Γραμματικοπούλου και το μπαλόνι που έμαθε να πετά!