Skip to content

Cinematic Odyssey #60: Οι ταινίες της εβδομάδας!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Ο σύγχρονος καλλιτεχνικός κινηματογράφος, μακριά από την ανάγκη εντυπωσιασμού , επιστρέφει όλο και συχνότερα σε θέμα πιο ουσιώδη, στη σιωπή αλλά και στην επιθυμία που δεν κατονομάζεται εύκολα. Δεν ενδιαφέρεται πια τόσο για το τι συμβαίνει, όσο για το πώς βιώνεται, πώς το σώμα, το βλέμμα και η απουσία αγγίζουν τον άλλο. Για αυτό λοιπόν, οι ταινίες της εβδομάδας θα μπορούσαν να λειτουργούν ως τρεις διαφορετικές όψεις του ίδιου φιλοσοφικού ερωτήματος: Πώς αγαπάμε όταν οι κοινωνικές δομές, οι ταυτότητες ή οι ίδιες μας οι ανάγκες δεν συμβαδίζουν με το αναμενόμενο;

Misericordia (2024, Alain Guiraudie)

Η Misericordia του Alain Guiraudie είναι μια ταινία που μοιάζει απλή μόνο στην επιφάνεια. Στην ουσία της, πρόκειται για ένα έργο βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό, που χρησιμοποιεί τη μορφή του θρίλερ και του ερωτικού δράματος για να μιλήσει για την υποκρισία της κοινωνικής ηθικής και τη βία της καταπιεσμένης επιθυμίας. Ο Jérémie επιστρέφει σε ένα μικρό, αγροτικό χωριό της Γαλλίας για την κηδεία του Jean-Pierre, του φούρναρη του χωριού. Πέρα από αυτή την κοινωνική όμως ιδιότητα, ο άνθρωπος αυτός υπήρξε μέντορας, πατρική φιγούρα, ίσως και κάτι παραπάνω για τον ήρωα. Η επιστροφή αυτή δεν είναι απλώς ένα ταξίδι μνήμης, αλλά περισσότερο μια εισβολή, καθώς η παρουσία του Jérémie λειτουργεί σαν καταλύτης: αναμοχλεύει παλιά συναισθήματα, ξυπνά επιθυμίες που δεν είχαν ποτέ ειπωθεί και φέρνει στην επιφάνεια τις εύθραυστες ισορροπίες της κοινότητας. Η χήρα του Jean-Pierre, ο γιος του, οι γείτονες, ακόμη και ο τοπικός ιερέας, αρχίζουν να κινούνται γύρω από τον Jérémie σαν να έλκονται αλλά και να απειλούνται από αυτόν. Η διενέργεια ενός εγκλήματος, έρχεται να σφραγίσει το αίσθημα πως το χωριό δεν είναι πια ένας ασφαλής, ηθικός χώρος, αλλά ένα πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στο απωθημένο και στο αναπόφευκτο. 

Με σαφείς επιρροές από το Teorema του Pasolini, έτσι κι εδώ, ένας άντρας εμφανίζεται ως σχεδόν μεταφυσική φιγούρα: που δεν επιβάλλεται με δύναμη, αλλά με την παρουσία του. Και αυτή η παρουσία είναι αρκετή για να διαλύσει την ψευδαίσθηση της ηθικής σταθερότητας. Η διαφορά είναι ότι ο Guiraudie μεταφέρει το χάος από την αστική οικογένεια στην αγροτική κοινότητα. Εκεί λοιπόν όπου η παράδοση, η θρησκεία και η «κανονικότητα» μοιάζουν ακλόνητες, η επιθυμία αποδεικνύεται πιο επικίνδυνη από οποιοδήποτε έγκλημα. Η λέξη Misericordia, έλεος, αποκτά ειρωνική διάσταση. Σκεφτόμαστε, ποιος αξίζει έλεος; Αυτός που επιθυμεί; Αυτός που σκοτώνει; Ή εκείνος που προσποιείται την ηθική για να κρύψει τον φόβο του; Η ταινία δεν μας δίνει ερωτήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Αντιθέτως, στέκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο ερωτικό και το σκοτεινό, υπονοώντας ότι η κοινωνία δεν φοβάται την αμαρτία, αλλά την αποκάλυψη της αλήθειας.

______________________

Slow (2023, Marija Kavtaradze)

Στην Misericordia βιώσαμε την επιθυμία ως χάος, στο Slow όμως θα αντιμετωπίσουμε την αγάπη ως συνειδητή επιλογή. Πρόκειται για μια από τις πιο ριζοσπαστικές ρομαντικές ταινίες των τελευταίων ετών, ακριβώς επειδή αρνείται να ακολουθήσει τους κανόνες του ρομαντισμού. Η ιστορία ξεδιπλώνεται κυρίως μέσα από την οπτική της Elena, μιας χορεύτριας σύγχρονου χορού. Το σώμα της είναι το εργαλείο της, ο τρόπος που επικοινωνεί, που εκφράζεται, που ερωτεύεται. Η γνωριμία της με τον Dovydas, έναν διερμηνέα νοηματικής γλώσσας, ξεκινά με μια έντονη έλξη, όχι απαραίτητα σεξουαλική, αλλά υπαρξιακή.

Όταν ο Dovydas της αποκαλύπτει ότι είναι ασεξουαλικός, η ταινία αποφεύγει το δράμα της αποκάλυψης, αντ’αυτού, η σεξουαλικότητα συζητιέται μεταξύ τους υπό το πρίσμα της διερεύνησης. Με την σεξουαλική επιθυμία να μην αποτελεί κοινό τόπο, η ταινία εξερευνά την σημασία της σχέσης και τον επαναπροσδιορισμό της οικειότητας. Εκεί βρίσκεται και η δύναμη της ταινίας, μιας και δεν παρουσιάζει τη σχέση ως συμβιβασμό, αλλά ως συμπλήρωση. Η Elena, από την μία, μαθαίνει να επιβραδύνει, όχι να καταπιέζει το σώμα της, αλλά να το αφουγκράζεται αλλιώς. Ο Dovydas, από την άλλη, μαθαίνει να επιτρέπει την εγγύτητα χωρίς φόβο. Μέσω της ταινίας μαθαίνουμε κάτι πολύ πρωτόγνωρο αλλά και ταυτόχρονα βαθύ, χωρίς ωστόσο να αποκτά διδακτικό χαρακτήρα. Βλέπουμε πως ο έρωτας δεν είναι ένας καθολικός ορισμός, αλλά συνεχής διάλογος. Από το όνομα της ταινίας, δεν λαμβάνουμε μόνο πληροφορίες για τον ρυθμό της αφήγησης, αλλά και για τον ρυθμό της κατανόησης. Στην εποχή της άμεσης ικανοποίησης, η ταινία προτείνει μια σχέση που χτίζεται με χρόνο, αποδοχή και ειλικρίνεια. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο η ταινία χρησιμοποιεί το σώμα. Για την Elena, το σώμα είναι χώρος έκφρασης, ενώ για τον Dovydas, είναι συχνά ένας τόπος απόστασης, ένα όριο που χρειάζεται προσοχή και ασφάλεια. Έτσι, η ταινία δεν προσπαθεί να εξισώσει αυτές τις δύο εμπειρίες, ούτε να τις φέρει βίαια σε συμφωνία. Αντίθετα, τις μελετά σε μικρές κινήσεις και βλέμματα μεταξύ τους. Εκεί, ανάμεσα στο άγγιγμα και την αποχή, γεννιέται μια νέα μορφή οικειότητας που μπορεί να μην είναι θορυβώδης, αλλά είναι ουσιαστική. Έτσι, το Slow δεν επαναπροσδιορίζει μόνο τη ρομαντική σχέση, αλλά και την ίδια την έννοια της αγάπης στον κινηματογράφο. Μας καλεί να αναλογιστούμε πόσες μορφές μπορεί να πάρει η οικειότητα όταν της δώσουμε χρόνο και χώρο να αναπνεύσει. Και μας υπενθυμίζει πως, ίσως, το πιο επαναστατικό πράγμα σήμερα δεν είναι να αγαπάς παθιασμένα, αλλά να αγαπάς συνειδητά.

______________________

Cactus Pears (2025, Rohan Parashuram Kanawade)

Το Cactus Pears είναι ίσως η πιο τρυφερή από τις τρεις ταινίες, αλλά και η πιο σιωπηλά επαναστατική. Τοποθετημένη σε ένα αγροτικό περιβάλλον της Ινδίας, μιλά για έναν έρωτα που δεν έχει πολλές λέξεις, αλλά βλέμματα και μικρές χειρονομίες. Ο Anand επιστρέφει στο χωριό του μετά τον θάνατο του πατέρα του, προκειμένου να περάσει τις ημέρες πένθους σύμφωνα με την παράδοση. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά, σχεδόν αποπνικτική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επανένωση με τον Balya, έναν παλιό φίλο, γίνεται καταφύγιο για εκείνον. Έπειτα, η σχέση τους εξελίσσεται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ο τρόπος που οι δύο άντρες σχετίζονται μεταξύ τους έχει κάτι σχεδόν παιδικό, όχι με την έννοια της αφέλειας αλλά της καθαρότητας. Δεν υπάρχει κυνισμός, δεν υπάρχει στρατηγική. Σαν μια τρυφερότητα που θυμίζει την πρώτη φορά που κάποιος επιτρέπει στον εαυτό του να νιώσει χωρίς να φοβάται το βλέμμα του άλλου. Αυτή η παιδικότητα λειτουργεί ως αντίβαρο στη σκληρότητα της κοινωνικής δομής και υπενθυμίζει ότι η επιθυμία, στη βάση της, δεν είναι διεφθαρμένη, αλλά διαφθείρεται από την καταπίεση.

Η σιωπή που επικρατεί στην ταινία, είναι ίσως το πιο ισχυρό πολιτικό της σχόλιο. Η κοινωνία αντιμετωπίζει την queer κοινότητα ζητώντας εξηγήσεις, ή ακόμα χειρότερα, ζητώντας την να κρυφτεί. Στην ταινία λοιπόν, η σιωπή λειτουργεί επαναστατικά, σαν μια άρνηση συμμετοχής στη βία της εξήγησης. Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα φωτεινά πλάνα της ταινίας. Σε αντίθεση με πολλές queer αφηγήσεις που τοποθετούν τον έρωτα στο σκοτάδι, στο περιθώριο ή στη νύχτα, εδώ ο Anand και ο Balya συναντιούνται στο φως της ημέρας. Το φυσικό φως λούζει τα πρόσωπά τους χωρίς δραματικές σκιές, χωρίς στιλιζαρισμένη μελαγχολία. Έτσι, η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς ο έρωτάς τους δεν παρουσιάζεται ως κάτι απαγορευμένο ή σκοτεινό, αλλά ως μέρος της καθημερινότητας, της φύσης, του κόσμου όπως είναι. Τα χωράφια, οι ανοιχτοί δρόμοι, οι αυλές και τα δωμάτια που φωτίζονται από τον ήλιο δημιουργούν ένα περιβάλλον σχεδόν γαλήνιο, σε αντίστιξη με την κοινωνική ασφυξία που υποβόσκει. Είναι σαν η ταινία να λέει ότι η φύση δεν έχει πρόβλημα με αυτόν τον έρωτα, μόνο οι άνθρωποι έχουν. 

______________________

AUTHOR

Ιωάννα Λογάρου

Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, εξού και η προτίμηση της για τον Αλμοδοβάρ. Εμπνευσμένη από την υπαρξιακή αγωνία του Καμύ, η Ιωάννα είναι μία φοιτήτρια μοριακής βιολογίας που μέσα από τα άρθρα της εξερευνά την συσχέτιση των ταινιών με την φιλοσοφία και τις υπόλοιπες τέχνες.

Loading...
Beater Essentials #206: Τα τραγούδια της εβδομάδας!