Άκης Καπράνος: «Με ενοχλεί η μουσική που μου υπαγορεύει τι να συναισθανθώ»

Σοφία Τόπη
Άκης Καπράνος: «Με ενοχλεί η μουσική που μου υπαγορεύει τι να συναισθανθώ»

Καλοκαίρι 2020. Κάποιοι από εμάς βρεθήκαμε σε θερινή προβολή. Κάποιοι είδαμε όλη την ταινιοθήκη του σκληρού μας δίσκου μέσα σε ένα μήνα. Κάποιοι γραφτήκαμε σε κάθε διαδικτυακή πλατφόρμα που κυκλοφορεί με ταινίες. Κάποιοι αναρωτηθήκαμε τι αντίκτυπο έχει η πανδημία στον κινηματογράφο. Ή ποιες είναι οι ευκαιρίες των νέων δημιουργών και ποιο είναι το μέλλον του ελληνικού σινεμά. Εγώ τουλάχιστον αυτά σκεφτόμουν, και βρέθηκα να ψάχνω τον Άκη Καπράνο και να τον καλώ σε μια διαφωτιστική συζήτηση.

Ο Άκης Καπράνος είναι κριτικός και καθηγητής κινηματογράφου, ραδιοφωνικός παραγωγός και μουσικός. Αρθρογραφεί για τη Lifo, μιλάει στον αέρα του Δημοτικού Ραδιοφώνου του Πειραιά (Κανάλι 1), παρουσιάζει τη γνώμη του στο ΥouΤube και επιμελείται το soundtrack ταινιών. Πριν από λίγα χρόνια ξεκίνησε μεταμεσονύκτιες Σαββατιάτικες προβολές, γνωστές ως Midnight Express, και επανέφερε την αυθεντική αίσθηση του να παρακολουθείς σινεμά με καλή παρέα. Η άποψή του για το τι συμβαίνει στον κινηματογράφο εν μέσω πανδημίας είναι πολύτιμη.

 

Midnight express – Υπήρχε μια αναστάτωση διαδικτυακά και in situ. Τι συνέβη τελικά; Κάπου διάβασα ότι εκτός των άλλων στόχευες στο να ανοίξεις ένα διάλογο με το κοινό, πέτυχε;

Είναι ακόμα αρχή, παρότι είμαστε στον 4ο χρόνο. Νομίζω ότι σε ένα βαθμό έχει επιτευχθεί. Ναι μεν είμαι εγώ αυτός που το στήνει και το οργανώνει, αλλά είναι ένας ζωντανός οργανισμός  που αποτελείται εξίσου και από το κοινό – δεν μπορεί να ανασάνει δίχως την αποδοχή και την αγάπη του. Αυτός είναι ο λόγος βασικά που από τη πρώτη μέρα μέχρι και σήμερα δεν έχω στείλει κανένα Δελτίο Τύπου. Ήθελα να είναι κάτι που θα ανακαλύψει ο κόσμος μέσα από ένα group στο Facebook. Εκεί είναι όλη η ιστορία. Ήλπιζα ότι αν έρθουν 5 και τους αρέσει, θα διαδοθεί από στόμα σε στόμα. Έτσι έγινε κι έτσι συνεχίζεται. Γι’ αυτό και του ταιριάζει να γίνεται μετά τα μεσάνυχτα. Είναι μια παράλληλη, υπόγεια δράση που λαμβάνει χώρα σ ’ αυτόν τον ελεύθερο χώρο που κάποιοι αποκαλούν περιθώριο.

Μάλλον υπήρχε και η ανάγκη, γ’ αυτό κιόλας η επιτυχία, πέρα από την αυτόματη εξάπλωση.

Πρέπει να το πω, έφαγα πολλές πόρτες μέχρι να βρω μια αίθουσα να στεγάσει αυτή την ιδέα. Κανείς δεν πίστευε σ’ αυτό, όλοι έλεγαν πως θα αποτύχει γιατί οι μεγάλοι δεν βγαίνουν και οι πιτσιρικάδες τις ταινίες τις κατεβάζουν. Ο διάλογος, στον οποίο αναφέρθηκες πριν, ξεκινάει από την ανάγκη να ανακαλύψουμε στην αίθουσα κάποιες ταινίες που αγαπήσαμε στο βίντεο και στο vhs. Ταινίες που δεν προλάβαμε να ζήσουμε μέσα σε ένα σινεμά, να τις ανακαλύψουμε ξανά μαζί με άλλους ανθρώπους. Αυτός είναι ο διάλογος εντέλει. Τελικά, όχι μόνο λειτούργησε, αλλά προσπάθησαν και άλλοι να το επαναλάβουν ή να το εκμεταλλευτούν, χωρίς κάποια επιτυχία.

Σε αυτές τις βραδιές προβάλλονται κυρίως ταινίες του παρελθόντος. Ποια είναι η αξία του να βλέπεις μια ταινία που θεωρείται κλασική σε μια κινηματογραφική εμπειρία με τα μέσα 2020;

Πριν κιόλας από την πανδημία, η εποχή μας επιτάσσει να κάνουμε τα πάντα στο σπίτι μας. Συνδέσου σε μια πλατφόρμα, παρήγγειλε φαγητό απ’ έξω και κανείς δεν θα σε ενοχλήσει, θα είσαι ασφαλής, μόνος σου, χωρίς την ενοχλητική παρενέργεια μιας οποιασδήποτε συντροφιάς. Εδώ έρχεται το Midnight Express όπου το ζήτημα είναι η συλλογικότητα, να γελάμε, να αγωνιούμε και να συγκινουμαστε με αγνώστους, όλοι μαζί. Το πρωτο πράγμα που διαπίστωσα εγώ είναι πως υπάρχουν πράγματα στις ταινίες που μας ξεφεύγουν. Μέσα από τη συλλογικότητα ενός κοινού μπορείς να ανακαλύψεις, π.χ. το χιούμορ που ενδεχομένως είναι κρυμμένο ανάμεσα στις λεπτομέρειες μιας σκηνής, ή κάποια αναφορά, ένα κλείσιμο του ματιού. Ακριβώς επειδή σε μια αίθουσα ή σε ένα θερινό σινεμά υπάρχει αυτή η μεταδοτικότητα των συναισθημάτων, είτε με τη μορφή της αύρας, είτε με την ακραία εκδήλωσή της, νομίζω πως εκεί έρχεται να απαντηθεί αυτό που με ρωτάς. Ο κόσμος μέσα στην αίθουσα ξανα ανακαλύπτει μια ταινία που έχει δει, πρώτον γιατί την συναισθάνεται μαζί με άλλους και δεύτερον γιατί ο χώρος αυτής της ταινίας είναι η κινηματογραφική αίθουσα.


Δεν είμαι από αυτούς που κάθονται στη γωνία και παρατηρούν τις ταινίες σαν εκθέματα σε μουσείο, χωρίς να με απασχολεί ο κόπος που υπάρχει από πίσω.


Αυτό είναι πολύ όμορφο. Πράγματι, το έχω σαν ανάμνηση κάποιος να γελάει δίπλα μου σε ένα σημείο που δεν είχα σκεφτεί. Εν μέσω καραντίνας, είδαμε πολλές ταινίες κυρίως μικρού μήκους από Έλληνες δημιουργούς να κυκλοφορούν ελεύθερα στο διαδίκτυο. Πώς το βλέπεις εσύ, σαν άνθρωπος του κινηματογράφου που παρακολουθεί ταινίες με τον οποιοδήποτε τρόπο, είτε στην κινηματογραφική αίθουσα, είτε στο σπίτι σου, είτε με παρέα, είτε χωρίς; Θα το ανοίξω λίγο παραπάνω και θα ρωτήσω για τα μεγάλα φεστιβάλ που έγιναν φέτος online και το γεωγραφικό περιορισμό. Τι θα υποστήριζες;

Η απάντηση είναι “It’s complicated”. Έχει πολλές πτυχές. Όταν έκλεισαν οι αίθουσες μέσα στην καραντίνα, το Midnight Express έκανε κάποιες προβολές μέσα από τη σελίδα του στο facebook – υπήρχε ανοιχτό ένα chat μέσα στο οποίο γινόταν η χάβρα των Ιουδαίων. Ήταν διασκεδαστικό, είχαμε κάπως την αίσθηση ότι το απολαμβάναμε όλοι μαζί. Τώρα οι ταινίες των φεστιβάλ που λαμβάνουν χώρα διαδικτυακά νομίζω το μικραίνουν λίγο, γιατί και πάλι το καθιστούν μια ατομική εμπειρία. Καταλαβαίνω ότι υπάρχει η ανάγκη του κινηματογράφου να επικοινωνήσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και καταλαβαίνω επίσης και τους δημιουργούς που είχαν την ανάγκη να μιλήσουν με μία ημερολογιακής υφής σύμβαση και γύρισαν ταινίες μικρού μήκους. Από την άλλη, χαίρομαι που δεν βγήκε διαδικτυακά η ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς, την εποχή της καραντίνας. Είχε ήδη σημειώσει μια εισπρακτική επιτυχία στο ΑΣΤΥ που παιζόταν πριν κλείσουν οι αίθουσες, και αν είχε όντως κυκλοφορήσει διαδικτυακά, η ταινία δεν θα έκανε εισιτήρια αυτό το καλοκαίρι. Που τελικά, έσκισε εισπρακτικά. Καλώς ή κακώς, το σινεμά είναι και εμπόριο, όχι μόνο τέχνη. Δεν είμαι από αυτούς που κάθονται στη γωνία και παρατηρούν τις ταινίες σαν εκθέματα σε μουσείο, χωρίς να με απασχολεί ο κόπος που υπάρχει από πίσω. Οπότε, οι ταινίες πρέπει να προβάλλονται σε αίθουσα. Και χαίρομαι που οι Νύχτες Πρεμιέρες επιστρέφουν σε αίθουσα, ξέρω ότι ήταν πολύ δύσκολο να το πετύχουν. Τα φεστιβάλ είναι και γιορτή και οι γιορτές πρέπει να λαμβάνουν χώρα με άλλους ανθρώπους μαζί. Οι Κάννες βέβαια παρέδωσαν εντέλει ένα «επίσημο διαγωνιστικό», γιατί θα ήταν μια ίσως μεγαλύτερη ήττα για ένα τόσο μεγάλο θεσμό να κατεβάσει εντελώς τα ρολά του.

Τι σκέφτεσαι ως προς αυτό για το άμεσο μέλλον;

Έρχεται μια δύσκολη εποχή. Σύμφωνα με όσα λένε οι «ειδικοί», αυτή η ιστορία θα τραβήξει τουλάχιστον ένα χρόνο ακόμα. Σκέφτομαι πως η βιομηχανία, για να μπορέσει να παραμείνει βιώσιμη, οφείλει να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο. Αυτό που με ανησυχεί είναι μήπως στο τέλος αυτού του χρόνου το σύστημα δεν έχει πια κανένα συμφέρον να επιστρέψει στην αρχική του μορφή. Αυτό που φοβόμαστε όλοι: το ενδεχόμενο τα μεγάλα studio να ανακαλύψουν πως μπορούν να βγάλουν τα ίδια χρήματα μέσα από πλατφόρμες. Δεν κατηγορώ τις πλατφόρμες, στο Netflix χρηματοδότησαν τρία αριστουργήματα (Roma, Ballad of Buster Shrugs, Irishman) μέσα σε ένα χρόνο – δε νομίζω ότι κάποιο μεγάλο studio έκανε κάτι αντίστοιχο τα τελευταία είκοσι χρόνια. Δεν εκφράζω προσωπική μου ανησυχία, όλοι περιμένουμε να δούμε τι θα γίνει. Ελπίζω η αίθουσα, δηλαδή η συλλογικότητα, να νικήσει την ασθένεια.

Εσύ κατάφερες να παρακολουθήσεις κάποιο φεστιβάλ διαδικτυακά; Πέρα από τη δράση του Midnight Express.

Παρακολούθησα το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης με αυτό τον τρόπο. Πρόλαβα κάποιες ταινίες, κάποιες άλλες όχι, γιατί υπήρχε το όριο των θέσεων. Για μένα εκεί αποτυγχάνει το όλο πράγμα. Ο χώρος του διαδικτύου είναι επίσης ένας χώρος ο οποίος, εξ ορισμού, αποτελεί ένα ελεύθερο πεδίο, οπότε η δική μου λογική είναι ότι, από τη στιγμή που γίνεται διαδικτυακά, ας ανήκει σε όλο τον κόσμο. “Information must be free”, αυτό είναι το μότο των ανθρώπων που σπέρνουν την πληροφορία στο διαδίκτυο με κάθε τρόπο, και είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε, από τη στιγμή που επιλέγουμε να παίξουμε μπάλα στο internet, ας είμαστε συνεπείς με αυτή την αρχή. Προφανώς, επιρρίπτω ευθύνη σε αυτούς που είναι στην κορυφή της πυραμίδας, εφόσον αυτοί θέτουν τους κανόνες – το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε με τους όρους που του επιτράπηκαν. Βέβαια, ήταν νωρίς, υπήρχε το σοκ της αντίδρασης, ας κάνουμε κάτι τώρα, αλλά ας μη χάσουμε και τη βολή μας, την ίσως εξουσιαστική βολή μας.


Δεν έχουν απαντήσει τόσοι και τόσοι στο τι είναι ο κινηματογράφος… Για μένα τελικά είναι ο χώρος που η θεωρία και το συναίσθημα συγκλίνουν – ή συγκρούονται και ενδεχομένως μετωπικά, καταστρέφοντας το ένα το άλλο.


Με τις παράλληλες ιδιότητές σου, συμμετέχεις με διάφορους τρόπους στην κινηματογραφική παραγωγή, είτε ως εκπαιδευτικός είτε ως επιμελητής της μουσικής. Μετά από αυτό το καλοκαίρι, πού βλέπεις τις ελληνικές ταινίες να κατευθύνονται; Θεματικά και εμπορικά.

Ξέρω ‘γω; Έκανα μια ερώτηση πρόσφατα στο προφίλ μου. Ρώτησα αν ο κόσμος θεωρεί ότι οι ταινίες που θα γυριστούν από εδώ και πέρα οφείλουν να μιλήσουν και γ’ αυτό που μας συνέβη, για το αποτύπωμα που αφήνει στην ψυχοπαθολογική συλλογικότητα αυτή η πανδημία. Κάποιοι απάντησαν «ναι ασφαλώς», κάποιοι απάντησαν «όχι, γιατί το σινεμά είναι ένας χώρος απόδρασης…» Οπότε υπάρχει μια σύγκρουση εδώ. Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι το πώς θα βρεθούν τα λεφτά και πώς θα επιβιώσει η αγορά. Πώς θα μπορούσε να επιβιώσει η αγορά αυτή την περίοδο; Δεν πρέπει να υποχρεώνονται οι Έλληνες σκηνοθέτες να γυρίσουν τις ταινίες τους με ένα κινητό και ένα μικρόφωνο. Αν δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς το καταλαβαίνω και σέβομαι την ανάγκη να δημιουργήσεις, να εκφραστείς. Από την άλλη, δε θα έπρεπε να αναγκάζονται να δουλεύουν τζάμπα, μόνο και μόνο για να λέμε «τι ωραία που γίνεται τέχνη». Οπότε, αυτό που με απασχολεί περισσότερο είναι τι θα κάνει το Υπουργείο Πολιτισμού και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου γι’ αυτό. Ακούω ότι δίνονται κάποια χρήματα, αλλά είμαστε ακόμα στη φάση που ανακαλύπτουμε κάτι καινούργιο, και στον κινηματογράφο και στα αποτυπώματα που αφήνει αυτή η συνθήκη μέρα με τη μέρα.

Στο ενδιάμεσο, ιδιωτικά ιδρύματα στηρίζουν τέτοιες προσπάθειες, είτε με αναθέσεις είτε ανοιχτά καλέσματα. Πολλές φορές το αποτέλεσμα έφτασε στα όρια της video art. Φυσικά ο κινηματογράφος εμπίπτει στη γενικότερη κατηγορία της τέχνης, αλλά μπορεί να ξεφύγει από τις ακαδημαϊκές κινηματογραφικές νόρμες; Ο κινηματογράφος τελικά είναι θεωρία ή αίσθημα; 

Δεν έχουν απαντήσει τόσοι και τόσοι στο τι είναι ο κινηματογράφος… Για μένα τελικά είναι ο χώρος που η θεωρία και το συναίσθημα συγκλίνουν – ή συγκρούονται και ενδεχομένως μετωπικά, καταστρέφοντας το ένα το άλλο. Σε ό,τι αφορά τα ιδρύματα, είδα κάποια πράγματα, για παράδειγμα μέσω του ΕΝΤΕΡ της Στέγης, τη δουλειά του Βασίλη Κεκάτου και της Λένας Κιτσοπούλου – απόλαυσα κιόλας όλο το σούσουρο που προέκυψε και είμαι σίγουρος πως το απόλαυσε και η ίδια. Όλα είναι κινηματογράφος. Αλλά σχετικά με τα ιδρύματα και το τι ακριβώς προσφέρουν, δε θα έβαζα και το χέρι μου στη φωτιά ότι πρόκειται για σημαντική προσφορά. Κυρίως επειδή, για μένα σημαντική θα ήταν η προσφορά που δε θα προερχόταν από ιδιώτη. Όχι επειδή έχω θέμα με τους ιδιώτες αλλά γιατί η δημιουργία δεν πρέπει να περιορίζεται στους λίγους και εκλεκτούς. Όλοι πρέπει να έχουν πρόσβαση στη δημιουργία. Και είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί σοβαρά το Κράτος – ίσως μόνο και μόνο για να αποδείξει στον εαυτό του και σε εμάς ότι δεν τον απασχολεί τελικά η αποβλακοποίηση των πάντων, ημών συμπεριλαμβανομένων. Για μένα, είναι χρέος της πολιτείας. Η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν είναι απάντηση στο χρέος αυτό. Έχω πολύ έντονη την αίσθηση ότι η πολιτεία σιωπηλά εργαλειοποιεί αυτές τις προσφορές, σα να σου λέει «βρες λεφτά από’κει». Εκεί είναι η ένστασή μου.


Περισσότερο ευάλωτος νιώθω όταν γράφω. Γιατί είναι μια συνομιλία με τον εαυτό μου που την εκθέτω μετά σε πολύ κόσμο.


Διατηρείς τη μακροβιότερη ραδιοφωνική εκπομπή για τον κινηματογράφο. 27 χρόνια, όπου να ‘ναι 28. Τι σε κρατάει στο μικρόφωνο; Πώς έγινε η πρόσφατη μετάβαση προς το βίντεο (akis reviews); Αν μπορούμε να τα συγκρίνουμε κιόλας, αν έπρεπε να διαλέξεις ένα μόνο τρόπο να επικοινωνείς για τον κινηματογράφο, θα ήταν ραδιόφωνο, δημοσιογραφικό γράψιμο ή youtube?

Εν τέλει, Midnight Express. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το συναίσθημα του να γεμίζεις ένα σινεμά με μια ταινία που εσύ έχεις διαλέξει, να βλέπεις ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου την βλέπει για πρώτη φορά και πως αυτή η εμπειρία τους έχει συνταράξει, ταρακουνήσει κι αλλάξει. Οι αγαπημένες μου στιγμές είναι στην αρχή των προβολών, όταν ρωτάω πόσοι έχουν δει αυτή την ταινία και τα χέρια είναι πάντα απειροελάχιστα. Η δεύτερη είναι όταν κάθομαι στο τέλος στην έξοδο και βλέπω τα πρόσωπα όσων βγαίνουν. Μερικές φορές, χώνομαι μέσα στα σκοτεινά, σε στιγμές που ξέρω ότι έρχεται μια μεγάλη σκηνή, κρύβομαι πίσω από τις κολώνες και κοιτάζω τα πρόσωπά τους, το πως αντιδρούν. Η αίσθηση πως το μεταδίδεις αυτό δεν συγκρίνεται με τίποτα.

Θα σου αναφέρω ένα παράδειγμα, μια προβολή που μου ‘χει μείνει αξέχαστη, το All That Jazz του Bob Fosse. Παρότι είχε κάνει τεράστιο θόρυβο στην εποχή της, σήμερα είναι ουσιαστικά ξεχασμένη. Πριν την προβολή, έκανα απανωτά posts στην ομάδα και στο προφίλ μου, γράφτηκαν και στη Lifo κάποια πράγματα για την ταινία, μίλησα εκτενώς και στην εκπομπή μου στο ραδιόφωνο, τελικά κατάφερε να ‘ρθει κόσμος. Γέμισε η αίθουσα. Και, ειλικρινά, τα ‘χασαν. Ακόμα και σήμερα, μου γράφουν άνθρωποι που δεν γνωρίζω και μου λένε ότι τους άλλαξε τη ζωή. Ε, ό,τι κείμενο ή εκπομπή ή ο,τιδήποτε και να ‘χεις κάνει, δεν μπορεί να έχει αυτό το αντίκτυπο.

Τα ραδιόφωνο είναι μια μορφή επικοινωνίας, μπαίνει στα σπίτια. Βοηθάει και το facebook και το διαδίκτυο στο να έχεις μια άμεση επικοινωνία με τους ακροατές. Όσο μιλάω στον αέρα, έχω το chat ανοιχτό, ο κόσμος μου γράφει, κάνει τις παρατηρήσεις του. Το βίντεο πάλι είναι ένα παιχνίδι της εικόνας, που έχει μια αυτοαναφορικότητα, γιατί παίζεις με εικόνες μιλώντας για εικόνες. Δεν είναι μόνο λόγος, εμπλέκεται και η κινηματογραφική γλώσσα, το μοντάζ, η αφήγηση. Το δε γράψιμο είναι η πιο βαθιά εσωτερική διαδικασία. Είσαι μόνος με τον εαυτό σου, λίγο μηρυκάζεις επί του ίχνους που άφησε μια ταινία μέσα σου και ουσιαστικά «γεννάς» το κείμενο. Περισσότερο ευάλωτος νιώθω όταν γράφω. Γιατί είναι μια συνομιλία με τον εαυτό μου που την εκθέτω μετά σε πολύ κόσμο. Και φοβάμαι όταν το κάνω, έχω μια ανασφάλεια και ένα σφίξιμο κάθε φορά που δημοσιεύεται ένα κείμενό μου.

Θα σταθω λίγο στη μουσική. Σκεφτόμουν τη διαδικασία του τι σου συμβαίνει εγκεφαλικά αφότου έχεις δει μια ταινία και πριν μιλήσεις γι’ αυτή. Θυμάσαι μια ταινία που αγάπησες αλλά μίσησες τη μουσική της;

Δεν μπορώ να αγαπήσω μια ταινία αν δεν αγαπήσω τη μουσική της. Δεν είναι ότι θα μισήσω τη μουσική, θα μισήσω τη χρήση της. Έχω τις παραξενιές μου. Ας πούμε, υπάρχει μια ταινία που αγαπάει πολύς κόσμος, Beasts of the Southern Wild του Benh Zeitlin. Εγώ δεν μπορώ να το αγαπήσω, η μουσική με πετάει έξω. Είναι μια μουσική δωματίου, ό,τι πρέπει για μια αίθουσα στο Μέγαρο ή για όσους εκτιμούν τη φινέτσα και τον λυρισμό. Αλλά δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με το δράμα προλετάριων που ζουν στο δρόμο ή που έχουν υποστεί τις συνέπειες μιας φυσικής καταστροφής. Εκεί αντιδρώ. Αυτή η μουσική (γραμμένη από τον σκηνοθέτη) προδίδει τους ήρωες της, δείχνει για ποιους, εντέλει, γυρίστηκε αυτή η ταινία – για τους ευαίσθητους αστούς που θα αναφωνήσουν «αχ τα καημένα τα μαυράκια». Με ενοχλεί η μουσική που μου υπαγορεύει τι να συναισθανθω. Εκτιμώ περισσότερο τα δράματα, του Bergman για παράδειγμα ή του Κασσαβέτη, που ήξεραν που να εξαφανίσουν τη μουσική και να αφήσουν το δράμα να ανασάνει.

Όπως αδυνατώ να γελάσω με gags που συνοδεύονται από μουσική Μίκυ Μάους. Δε το λέω τυχαία αυτό, υπάρχει όρος στην κινηματογραφική μουσική, mickey mousing, δηλαδή όταν η μουσική συντονίζεται με τις κινήσεις των ηρώων, που γίνεται πολύ στα καρτούν και συμβαίνει συχνά και στις κωμωδίες για να μας κάνουν να γελάσουμε. Το μεγάλο αστείο προκύπτει όταν η μουσική πάει κόντρα σ’ αυτό. Στις ιταλικές σπουδαίες κωμωδίες, ας πούμε του Monicelli, Ο Κλέψας του Κλέψαντος, η μουσική είναι πάντα θλιμμένη, στις κωμωδίες του Blake Edwards είναι πάντα ράθυμη, αργή, ποτέ ρυθμική. Είμαι πολύ δύσκολος με την μουσική στον κινηματογράφο. Φυσικά, υπάρχουν περιπτώσεις που η μουσική και η εικόνα γίνονται ένα, με ένα τρόπο μαγικό, όπως γίνεται για παράδειγμα στην ταινία του Peter Greenaway, Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστής της. Ή όπως δουλεύει ο Dario Argento ή ο Christopher Nolan, που η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συνόλου.

 

Σκέφτομαι το παράδειγμα του Koyaanisqatsi, όπου το θέαμα γίνεται θέαμα ακριβώς λόγω αυτού που ακούς. 

Είναι μια από τις ταινίες που θέλω να προβάλω κάποια στιγμή στο Midnight Express. Το φοβερό σ’ αυτή είναι ότι η μουσική έρχεται με ένα τρόπο να συνοδέψει ή μάλλον να χειροκροτήσει απέναντι στο γεγονός της ίδιας της ταινίας. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τη δουλειά του Philip Glass. Στη μουσική του Koyaanisqatsi «ακούω» ένα δέος. Νιώθω ότι η μουσική στο Koyaanisqatsi έχει τη θέση του θεατή. Δεν έρχεται να προκαταβάλει τον θεατή συναισθηματικά, αλλά να τον συντροφέψει στο δέος που ήδη αισθάνεται. Είναι από τα πολύ σπάνια soundtracks και μια από τις πολύ σπάνιες χρήσεις της μουσικής στην ιστορία του κινηματογράφου, ακριβώς γ’ αυτό το λόγο.

Ανέφερες τον Daria Argento. Μιας και το Midnight Express θυμίζει προβολή με τη συνοδεία ποτού, τι cocktail θα έπινες βλέποντας Dario Argento και τι Wim Wenders; 

Τιμής ένεκεν, ένα Bloody Mary θα το ‘πινα στον Dario Argento. Αλλά στον Wim Wenders θα κρατήσω το ουισκάκι μου που πίνω πάντα, γιατί είναι πιο ενήλικη συντροφιά.

Αν και κλασική ερώτηση, κάπως αναπόφευκτη. Αμφιταλαντεύομαι με τη χρήση της λέξης κριτική, ενώ δέχομαι την στάση σου προς τη γραπτή μεταφορά της εμπειρίας. Αν μιλάμε για την εμπειρία, όμως, γιατί κάποιος να διαβάσει την εμπειρία κάποιου ειδικού αντί να χτίσει τη δική του; Τι είναι αυτό που κάνει εν τέλει την κινηματογραφική κριτική πράγματι κριτική και όχι σχολιασμό;

Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι στον τρόπο που γίνεται αυτή η δουλειά, θα ήταν η μεταφορά της ημερομηνίας δημοσίευσης των κριτικών. Πιστεύω ότι ο θεατής πρέπει να βλέπει την ταινία που ο ίδιος θέλει, είτε επειδή του αρέσει ο σκηνοθέτης, είτε το τρέιλερ, είτε η αφίσα, και μετά να διαβάσει μια κριτική. Πιστεύω ότι η κριτική είναι μια αφετηρία διαλόγου και για να υπάρχει αυτός ο διάλογος πρέπει να ‘χει δει και ο άλλος την ταινία! Δεν είμαι καθόλου υπέρ του τωρινού συστήματος. Αν οι κριτικές βγαίνουν την πρώτη μέρα της προβολής, παίζουμε, ουσιαστικά, τον ρόλο των διαφημιστών. Αλλά δεν κάνουμε την ίδια δουλειά, έτσι δεν είναι;

 

Αν θέλεις να μπεις στην κοινότητα του Midnight Express μπες στο facebook group του κι αν θέλεις να παρακολουθήσεις τα videos του Άκη στο κανάλι του, δες εδώ!

Φωτογραφίες: Jominatrix – Jane Fotou photography

Αυτα τα έχεις διαβάσει;

Πληροφορίες
Πληροφορίες

Διαβάζοντας το BEATER αποδέχεστε την χρήση cookies. ΑΠΟΔΟΧΗ Μάθετε περισσότερα