Skip to content

Cinematic Odyssey #63: Οι ταινίες της εβδομάδας!

DATE

SHARE THIS ARTICLE

Η οικογένεια είναι το πρώτο μας σενάριο, ο τόπος όπου μαθαίνουμε να αγαπάμε, να σωπαίνουμε, να υποκρινόμαστε, να πληγώνουμε και να πληγωνόμαστε. Κάθε γενιά παραλαμβάνει αυτό το σενάριο μισογραμμένο και προσθέτει τις δικές της διορθώσεις, συνήθως με κόκκινο μελάνι. Αυτή την δυναμική διαδικασία αναπαριστούν οι ταινίες της εβδομάδας, με το συναίσθημα να ξεχειλίζει και έχοντας κοινό παρονομαστή την έκθεση. Διότι μόνο μέσω αυτής μπορεί κάποιος να κοιτάξει κατάματα ό,τι τον διαμόρφωσε. 

Sentimental Value (2025, Joachim Trier)

Στο Sentimental Value, η βασική αφηγηματική γραμμή είναι απλή και σχεδόν θεατρική: ένας πατέρας που υπήρξε απών επιχειρεί να ξαναμπεί στο οικογενειακό σύστημα μέσω της τέχνης του. Γράφει ένα σενάριο, εμπνευσμένο από τη ζωή του, και ζητά από τη μεγάλη του κόρη που είναι ηθοποιός να πρωταγωνιστήσει. Η πρόταση αυτή, λειτουργεί σαν μια έμμεση εξομολόγηση, μια απόπειρα συμφιλίωσης χωρίς τη γλώσσα της συγγνώμης. Η μεγάλη κόρη ωστόσο, αρνείται την συνεργασία, περισσότερο για να προστατευτεί και όχι να τον εκδικηθεί. Στην ουσία φαίνεται να απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος επιχειρεί να ορίσει τη σχέση τους. Και για αυτό τον λόγο το Sentimental Value ακουμπά κάτι εξαιρετικά λεπτό: τη βία που μπορεί να κρύβεται μέσα στην καλλιτεχνική εξομολόγηση, όταν αυτή δεν ζητά συναίνεση. Η μεγάλη κόρη είναι το συναισθηματικό επίκεντρο της ταινίας, όπου δεν φωνάζει, ούτε ξεσπά. Αντιθέτως, κουβαλά μια ήρεμη, σχεδόν παγωμένη αξιοπρέπεια, που όμως είναι αποτέλεσμα χρόνιου συναισθηματικού κόπου. Από την άλλη, ο πατέρας την βλέπει ως προέκταση της καλλιτεχνικής του ευαισθησίας. Εκείνη αντίθετα, μεγάλωσε νιώθοντας ότι για να την αγαπήσουν πρέπει να παίζει. Η πρόταση αυτή λοιπόν, έχει μια εναλλακτική σημασία, καθώς μέσω της συνεργασίας ο πατέρας ζητά να ξαναζήσει το παρελθόν τους υπό τους δικούς του όρους. 

Από την άλλη, αξιοσημείωτη σε αυτό το οικογενειακό μοτίβο είναι και η παρουσία της μικρής κόρης, καθώς είναι παρατηρητική, σιωπηλή, λιγότερο εκτεθειμένη αλλά όχι λιγότερο επηρεασμένη και λειτουργεί σαν εσωτερικός θεατής της οικογενειακής δυναμικής. Σαν να βλέπει λοιπόν τον πατέρα με την μορφή ενός ανθρώπου που γερνά και φοβάται, όχι με την μορφή του καλλιτέχνη ή του θύτη. Σταδιακά, το Sentimental Value μετατρέπεται από οικογενειακό δράμα σε στοχασμό πάνω στην ηθική της μνήμης. Τι δικαίωμα έχουμε να αφηγούμαστε κοινές εμπειρίες σαν να μας ανήκουν αποκλειστικά; Πότε η εξομολόγηση γίνεται ιδιοποίηση; Καθώς λοιπόν, οδεύουμε στο τέλος, αποδεχόμαστε ότι ορισμένοι δεσμοί δεν γιατρεύονται, απλώς φωτίζονται καλύτερα. Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη συναισθηματική αξία της ταινίας, ότι μας επιτρέπει να κοιτάξουμε την οικογένεια ως έναν τόπο όπου μαθαίνουμε, συχνά με κόστος, ποιοι είμαστε και ποιοι δεν θα γίνουμε ποτέ. 

______________________

Secret and Lies (1996, Mike Leigh)

Σε αντίθεση με τη μελαγχολική εγκράτεια του Sentimental Value, το Secrets & Lies πάλλεται από νευρική ενέργεια. Εδώ οι χαρακτήρες καταβάλλονται από φλυαρία, ως κάλυμμα. Ο Mike Leigh χτίζει μια ταινία όπου η συναισθηματική ένταση προκύπτει από τη μόνιμη εσωτερική ανησυχία των ηρώων, από το αίσθημα ότι κάτι θεμελιώδες λείπει, ότι κάτι δεν ειπώθηκε ποτέ τη σωστή στιγμή. Η νευρικότητα τους λοιπόν είναι περισσότερο υπαρξιακή, παρά ιδιοσυγκρασιακή. Η Monica, η γυναίκα του Maurice, είναι μια νοικοκυρά αρκετά οξύθυμη, με την έντασή της να πηγάζει από την αδυναμία της να αποκτήσει παιδί. Η αδυναμία της αυτή βιώνεται ως προσωπική αποτυχία μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που μετρά την αξία της γυναίκας μέσω της μητρότητας. Για αυτό, η επιθετικότητά της είναι αμυντική, μιας και κάθε σχόλιο, κάθε μικρή ατέλεια του κόσμου, γίνεται αφορμή για έκρηξη, γιατί πίσω από όλα κρύβεται ο φόβος ότι δεν είναι αρκετή. Η Hortense, από την άλλη, μια επιτυχημένη οπτομέτρης, κινείται στον αντίποδα αυτής της εξωστρεφούς νεύρωσης. Είναι ήρεμη, σχεδόν αυστηρά συγκρατημένη. Η απουσία της βιολογικής μητέρας της έχει δημιουργήσει ένα υπαρξιακό κενό, μια αίσθηση ασυνέχειας στην ταυτότητά της. Γνωρίζει ποια είναι κοινωνικά, επαγγελματικά, ηθικά, αλλά δεν ξέρει από πού έρχεται. Και αυτή η άγνοια λειτουργεί σαν σιωπηλή πληγή, με την βαθιά ανάγκη να ανήκει κάπου χωρίς ερωτηματικά. Η Cynthia, η αδερφή του Maurice, παραιτημένη από τη ζωή, είναι βαθιά εξαντλημένη. Η αδυναμία της να σταθεί ως σταθερό σημείο αναφοράς γεννά στην κόρη της Roxanne μια μόνιμη κατάσταση άμυνας, μια επιθετικότητα που λειτουργεί σαν κραυγή. Ζει με τύψεις που δεν εκφράστηκαν, με μια απογοήτευση που μετατράπηκε σε μόνιμη νεύρωση. Η υπερβολική της ομιλητικότητα, το νευρικό της γέλιο, η ανάγκη της να επιβεβαιώνεται συνεχώς φαίνεται να αποτελούν μηχανισμούς επιβίωσης. Και μέσα σε αυτό το σύμπαν νευρικότητας, ενοχής και αποσιώπησης, ο Maurice λειτουργεί σχεδόν σαν ηθικό αντίβαρο. Ως άντρας της Monica, απορροφά τους κραδασμούς της ματαίωσης και της οργής της χωρίς να απαντά με την ίδια ένταση. Η ιδιότητά του ως φωτογράφου δεν είναι τυχαία. Ο Maurice παρατηρεί χωρίς να παρεμβαίνει βίαια, κοιτά χωρίς να ιδιοποιείται. Σε αντίθεση με τους άλλους χαρακτήρες, που προσπαθούν να ελέγξουν την αφήγηση της ζωής τους, εκείνος αποδέχεται την ασάφεια. Η φωτογραφία, ως τέχνη του παρόντος, τον έχει μάθει ότι δεν μπορείς να διορθώσεις τα πάντα, μόνο να τα φωτίσεις σωστά. Και αυτή η στάση τον καθιστά τον πιο συναισθηματικά ώριμο χαρακτήρα της ταινίας.

Το Secrets & Lies είναι μια ταινία που φανερώνει το πώς τα μυστικά μετατρέπονται σε πανοπλία. Μια πανοπλία που αρχικά μας προστατεύει από τον πόνο, αλλά σταδιακά μας απομονώνει. Και όσο περισσότερο κρύβουμε την αλήθεια μας, τόσο λιγότερο προσβάσιμοι γινόμαστε στους άλλους και τελικά και στον ίδιο μας τον εαυτό. Οι χαρακτήρες που σκιαγραφεί ο Leigh υποφέρουν επειδή έμαθαν να ζουν χωρίς την αλήθεια. Έτσι καταλαβαίνουμε πόσο σημαντική είναι η δυνατότητα της σύνδεσης. Ακόμα και αν είναι ατελής, ή αμήχανη, παραμένει αληθινή. Και μέσα σε αυτή την αλήθεια, όσο επώδυνη κι αν είναι οι ήρωες, για πρώτη φορά, παύουν να είναι μόνοι. 

______________________

August: Osage County (2013, John Wells)

Στο Secrets & Lies παρατηρήσαμε τι συμβαίνει όταν η αλήθεια καταπιέζεται. Εδώ όμως, το August: Osage County μας κάνει να αναρωτηθούμε τι απομένει όταν η αλήθεια λέγεται χωρίς κανένα έλεος. Εδώ δεν έχουμε πανοπλίες ούτε σιωπή, αλλά μια οικογένεια εγκλωβισμένη σε έναν χώρο όπου η ειλικρίνεια έχει μετατραπεί σε όπλο. Η αφετηρία της πλοκής είναι μια απουσία, η απουσία ουσιαστικά του πατέρα όταν αυτός εξαφανίζεται και έπειτα μαθαίνεται ότι πέθανε. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά σε αυτή την ταινία, η απουσία λειτουργεί απλώς ως καταλύτης. Το πραγματικό κέντρο βάρους είναι η μητέρα, η Violet, μια φιγούρα που δεν αφήνει χώρο σε κανέναν άλλον να υπάρξει χωρίς να πληγωθεί. Η επιστροφή των τριών κορών στο πατρικό σπίτι είναι μια αναγκαστική επανενεργοποίηση παλιών τραυμάτων, τα οποία δεν έχουν ποτέ επεξεργαστεί, μόνο κληροδοτηθεί. Η μητέρα, είναι μια παρουσία που λειτουργεί σαν βαρυτικό πεδίο καθώς όλα περιστρέφονται γύρω της, όλα παραμορφώνονται από την έλξη της. Ο πόνος της, σωματικός, ψυχικός, ιστορικός μετατρέπεται σε γλώσσα κοφτερή, χωρίς ίχνος επιείκειας. Η επιθετικότητα της φαίνεται να στοχεύει στην επιβεβαίωση της ύπαρξή της μέσα από τον φόβο των άλλων. Έπειτα, οι τρεις κόρες, με διαφορετικότητα ως προς τον ψυχισμό τους και την συμπεριφορά τους, σχηματίζουν την πλήρη εικόνα των επιπτώσεων μιας τοξικής μητέρας και μιας οικογένειας που έχει αφεθεί στην κυριαρχία της βίας και της απουσίας αγάπης.

Το οικογενειακό τραπέζι αποτελεί την πιο εμβληματική σκηνή της ταινίας καθώς και λειτουργεί σαν τελετουργία αποκάλυψης. Εκεί, όλες οι άμυνες καταρρέουν, μυστικά ξεστομίζονται και μέσα από αυτή την ωμή ειλικρίνεια, συνειδητοποιούμε πως, η οικογένεια μπορεί να γίνει το πρώτο πεδίο όπου μαθαίνουμε ότι η αγάπη δεν είναι πάντα συνώνυμη της ασφάλειας. Η ταινία αυτή ίσως φιλοσοφικά να είναι η πιο απαισιόδοξη από τις τρεις, μιας και υπονοεί ότι ορισμένες οικογένειες δεν μπορούν να σπάσουν τον κύκλο της βίας παρά μόνο να τον αναπαράγουν με νέες λέξεις. Εδώ λοιπόν, το σπίτι δεν είναι πια μνήμη, όπως στο Sentimental Value, ούτε πεδίο αποκάλυψης, όπως στο Secrets & Lies, αλλά φυλακή. Είναι ένας χώρος όπου οι χαρακτήρες γνωρίζουν ακριβώς πού θα χτυπηθούν, γιατί εκεί έχουν χτυπηθεί ξανά και ξανά.

______________________

AUTHOR

Ιωάννα Λογάρου

Το αγαπημένο της χρώμα είναι το κόκκινο, εξού και η προτίμηση της για τον Αλμοδοβάρ. Εμπνευσμένη από την υπαρξιακή αγωνία του Καμύ, η Ιωάννα είναι μία μοριακή βιολόγος που μέσα από τα άρθρα της εξερευνά την συσχέτιση των ταινιών με την φιλοσοφία και τις υπόλοιπες τέχνες.

Loading...
Beater Essentials #208: Τα τραγούδια της εβδομάδας!