Cinematic Odyssey #62: Οι ταινίες της εβδομάδας!
Το πένθος στον κινηματογράφο λειτουργεί ως τρόπος αφήγησης του ανθρώπινου χρόνου, ως μια ρωγμή μέσα από την οποία η ζωή επανανοηματοδοτείται ή συχνότερα, αποκαλύπτεται ως αθεράπευτα εύθραυστη. Στις ταινίες της εβδομάδας παρουσιάζεται η απώλεια ενός παιδιού, ως γεγονός που διαπερνά τα σώματα, τους χώρους και τις σχέσεις, διαμορφώνοντας εκ νέου την ταυτότητα όσων μένουν πίσω. Κοινός παρονομαστής και των τριών έργων είναι η αδυναμία της οριστικής λύτρωσης, προκαλώντας ερωτήματα σχετικά με το τι σημαίνει να συνεχίζει κανείς να ζει όταν το πιο θεμελιώδες νόημα της ζωής του έχει χαθεί.
Hamnet (2025, Chloé Zhao)

Στο Hamnet, η αφήγηση οργανώνεται γύρω από τη μορφή της Άγκνες (Agnes), μιας γυναίκας που παντρεύεται τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ και αποκτούν τρία παιδιά, ανάμεσα στα οποία και τον μικρό Άμνετ. Η Άγκνες μοιάζει καταδικασμένη να ζει μέσα στο πένθος ήδη πριν από τον θάνατο του παιδιού της. Από τα πρώτα στάδια της ζωής της, η Άγκνες βιώνει την απώλεια της μητέρας της, ένα τραύμα που φαίνεται να την ακολουθεί σαν μια μόνιμη σκιά, προοικονομώντας τον δεύτερο, πιο καταστροφικό αποχωρισμό, τον θάνατο του γιου της, του Άμνετ. Η ταινία επιλέγει να εστιάσει στη σταδιακή διάβρωση της καθημερινότητας από την απουσία, μετατρέποντας το πένθος σε μια κατάσταση που διαρκεί και επαναλαμβάνεται.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η χωρική οργάνωση της αφήγησης, με το σπίτι στην εξοχή να κυριαρχεί ως βασικός τόπος δράσης. Το σπίτι φαίνεται να λειτουργεί σαν έναν ζωντανό φορέας μνήμης, με το δωμάτιο του Άμνετ γεμάτο παιχνίδια και βιβλία, η κουζίνα όπου η Άγκνες μιλά με το μεγαλύτερο παιδί της, και οι κήποι όπου τα παιδιά τρέχουν, όλα μετατρέπονται σε σημεία ανάμνησης και απόλυτης απώλειας. Η εναλλαγή των χώρων, ανάμεσα στην εξοχή και την πόλη υπογραμμίζει τη διάσταση ανάμεσα στον ιδιωτικό κόσμο του πένθους και στον δημόσιο κόσμο της δημιουργίας και της τέχνης. Ο Ουίλιαμ, αδυνατεί να πενθήσει όπως η γυναίκα του. Η προσήλωσή του στο θέατρο τον οδηγεί σε μια διαφορετική, πιο δημιουργική διαχείριση της απώλειας, μετατρέποντας το προσωπικό του πένθος σε δημόσιο γεγονός, οργανώνοντας, ουσιαστικά, μια ανοιχτή κηδεία επί σκηνής. Σε αντίθεση με την Άγκνες, που μένει εγκλωβισμένη στον χώρο και στο σώμα της απώλειας, ο Ουίλιαμ διαφεύγει προς την αναπαράσταση, αποδεικνύοντας ότι το πένθος μπορεί να βιωθεί είτε ως σιωπηλή παραμονή στον πόνο είτε ως μετασχηματισμός του σε τέχνη.
Σε μία από τις πιο τρυφερές και συμβολικές σκηνές της ταινίας, η Άγκνες κρατά απαλά το χέρι του Άμνετ και του μιλά για το θέατρο και τον πατέρα του, λέγοντάς του ότι θα βρεθεί μαζί του στη σκηνή, ότι θα παίξουν και θα δημιουργήσουν μαζί. Ο Άμνετ, με τη σειρά του, απαντά με σχεδόν προφητική καθαρότητα ότι θα μονομαχεί με σπαθί και θα νικά, χωρίς φυσικά να γνωρίζει τι σημαίνει αυτό σε δραματουργικό επίπεδο. Στην τελευταία σκηνή, αυτό που είδαμε λειτουργεί ξεκάθαρα ως μια φιλοσοφική αντανάκλαση εκείνου του διαλόγου. Ο Άμνετ, σαν θεατρική παρουσία πλέον, επιστρέφει στη σκηνή, κρατά πράγματι σπαθί, μονομαχεί και έστω και τραγικά κερδίζει, όχι με την έννοια της επιβίωσης, αλλά με την έννοια της αθανασίας μέσω της τέχνης. Έτσι, αυτό που δεν μπόρεσε να ζήσει στη ζωή, το ζει στο θέατρο.
Και αυτή η σκηνή δίνει στην πραγματικότητα φως, στην ψυχή τόσο του Άμνετ όσο και του πατέρα του. Ο Ουίλιαμ δεν μπόρεσε να σώσει το παιδί του, αλλά μπόρεσε να του χαρίσει έναν άλλο χρόνο, έναν άλλο χώρο, όπου ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Το θέατρο, λοιπόν, γίνεται ο τόπος όπου η μητέρα τον αποχαιρετά σιωπηλά και ο πατέρας τον κρατά για πάντα παρόντα. Και η όμορφη αυτή στιγμή, μοιάζει με μια επανεμφάνιση μνήμης, σαν να επιβεβαιώνει ότι ο Άμνετ δεν έφυγε ποτέ πραγματικά, απλώς άλλαξε μορφή.
______________________
Manchester by the Sea (2016, Kenneth Lonergan)

Στο Manchester by the Sea, το πένθος αποκτά μια ωμή, σχεδόν αφόρητη υλικότητα μέσα από τον χαρακτήρα του Λι Τσάντλερ (Lee Chandler), ενός άντρα που κουβαλά την ευθύνη ενός τραγικού δυστυχήματος, τον θάνατο των παιδιών του σε μια πυρκαγιά που προκλήθηκε από δική του αμέλεια. Από τη στιγμή αυτή και έπειτα, ο Λι παύει ουσιαστικά να ζει και συνεχίζει να υπάρχει μηχανικά, χωρίς προσδοκία, χωρίς επιθυμία για επανένταξη σε μια κανονικότητα που του μοιάζει ηθικά απαγορευμένη πλέον. Όταν ο αδελφός του πεθαίνει και του αφήνει την κηδεμονία του ανιψιού του, ο Λι αναγκάζεται να επιστρέψει στον τόπο του τραύματος, σε μια πόλη που λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση της απώλειας. Στην ταινία αυτή, παρατηρούμε τους διαλόγους να είναι λιτοί, χωρίς να βλέπουμε πολλές συναισθηματικές εκρήξεις που ακόμα και όταν συμβαίνουν, δεν οδηγούν σε λύτρωση. Ο Λι δεν ξεπερνά το παρελθόν του, ούτε συγχωρεί τον εαυτό του, αλλά αντίθετα, αποδέχεται ότι υπάρχουν τραύματα με τα οποία μαθαίνουμε να συνυπάρχουμε. Η σχέση του με τον Πάτρικ, παρότι τρυφερή και ανθρώπινη, δεν λειτουργεί ως σωτηρία, αλλά ως μια υπενθύμιση ότι η ζωή συνεχίζεται για τους άλλους, ακόμα και αν η δική μας έχει σταματήσει, τουλάχιστον εσωτερικά. Η αγάπη που συνεχίζει να δίνεται δεν θεραπεύει, δεν ακυρώνει το θάνατο, αλλά συνδέει τον ζωντανό με το νεκρό και τον παρόντα με το παρελθόν, δημιουργώντας ένα είδος αθόρυβης συντροφικότητας με τον πόνο.
Το Manchester by the Sea είναι μια βαθιά στοχαστική μελέτη πάνω στη φύση του πένθους, της ενοχής και της ανθρώπινης αντοχής. Η απώλεια σε αυτή την ταινία αναπαρίσταται ως μια μόνιμη κατάσταση, σαν μια παράλληλη ζωή που συνυπάρχει με την καθημερινότητα. Η ταινία φωτίζει μερικές σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, μιας και η ζωή, ακόμα και μέσα από τη θλίψη και την ενοχή, συνεχίζεται, και η αγάπη, η φροντίδα, η καθημερινή παρουσία στον κόσμο γίνονται τα μόνα εργαλεία με τα οποία μπορούμε να αντέξουμε τη σιωπή των νεκρών.
______________________
All About My Mother (1999, Pedro Almodóvar)

Σε αντίθεση με τη στατικότητα του Manchester by the Sea, το All About My Mother του Αλμοδοβάρ προσεγγίζει το πένθος ως κινητήρια δύναμη. Η Μανουέλα, μετά τον ξαφνικό θάνατο του δεκαεπτάχρονου γιου της, Εστέμπαν, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, εγκαταλείπει τη ζωή που είχε χτίσει και επιστρέφει στη Βαρκελώνη, αναζητώντας τον πατέρα του παιδιού της, έναν άνθρωπο που είχε απομακρυνθεί από τη ζωή τους. Το πένθος της σαν να γεννά μια ανάγκη επανασύνδεσης με το παρελθόν, με ανθρώπους και ιστορίες που παρέμεναν ανολοκλήρωτες. Κάθε πρόσωπο που συναντά η Μανουέλα προσθέτει ένα διαφορετικό χρώμα στο πένθος της, μια νέα ανάσα που αντιπαρατίθεται στην απώλεια. Η πρωτοπορία του Αλμοδoβάρ φανερώνεται στην τολμηρή και χωρίς φόβο παρουσίαση τρανς χαρακτήρων, ανάμεσά τους και πρόσωπα που έχουν περάσει από τραυματικές εμπειρίες αλλά διαθέτουν μια εσωτερική αξιοπρέπεια και δύναμη. Η ταινία δεν τους αντιμετωπίζει ως διαφορετικούς ή περιθωριακούς αντιθέτως, τους παρουσιάζει ως πλήρεις, πολύπλοκους ανθρώπους, με αισθήματα, φόβους, όνειρα και πένθος. Αυτή η επιλογή, πρωτοφανής για την εποχή της ταινίας, ανατρέπει τις συμβάσεις του κινηματογράφου και δίνει φωνή σε όσους συχνά σιωπούν, συνδέοντάς τους με την κεντρική θεματική: την απώλεια και την ανάγκη σύνδεσης.
Τα χρώματα στην ταινία, χαρακτηριστικά της αισθητικής του Αλμοδοβάρ, φαίνεται να μοιάζουν με συναισθηματικούς χάρτες. Το έντονο κόκκινο, που κυριαρχεί σε πολλές σκηνές, συμβολίζει την αγάπη, τον πόνο και την ένταση των συναισθημάτων της Μανουέλα, το βαθύ μπλε και το μωβ αναπαριστούν τη θλίψη και τη μοναξιά, ενώ οι ζωντανές αποχρώσεις στους χώρους του θεάτρου εκφράζουν την ελευθερία της δημιουργίας και την δυνατότητα αναγέννησης μέσα από την τέχνη. Η κινηματογραφική χρήση του φωτός και των χρωμάτων ενισχύει την αίσθηση ότι η ζωή συνεχίζεται μέσα από τις σχέσεις και τις μνήμες, ακόμη και όταν ο θάνατος μοιάζει να την έχει καταβάλει. Το θέατρο αποτελεί τον δεύτερο πρωταγωνιστή της ταινίας, όπου η Μανουέλα το αξιοποιεί ώστε να μετατρέψει το πένθος σε δημιουργία, να δώσει νόημα στον θάνατο του γιου της και να συνδεθεί με άλλες γυναίκες που έχουν υποστεί πληγές αλλά συνεχίζουν να ζουν.
Στην μοναδική αυτή ταινία, το πένθος γίνεται ένα κοινό τραγούδι της ζωής που συνεχίζεται. Βαδίζοντας στους δρόμους της Βαρκελώνης, η Μανουέλα μοιάζει να αγγίζει κάτι μεγαλύτερο από τη δική της απώλεια, κάτι αόρατο που συνδέει όλα τα πένθη και τις ελπίδες της ανθρωπότητας σαν ένα ρεύμα βαθύ και αέναο που ο Γιουνγκ ονόμαζε συλλογικό ασυνείδητο, και κάθε πρόσωπο που συναντά μοιάζει να αντηχεί σε αυτό το αόρατο νήμα, προσθέτοντας μια νότα στο ατέρμονο τραγούδι της ύπαρξης.
______________________


