Image
Top
Navigation
June 8, 2015

Όλα όσα έχουμε να πούμε για το νέο album των Florence and the Machine!

 

slide_276098_2010216_free

Κείμενο: Βικτώρια Γκουντώνη

Θα ξεκινήσω αυτή τη “δισκοκριτική”, κάνοντας μια υπόθεση. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως εγώ, η Βικτωρία, είμαι μεθυσμένη σε ένα club και αποφασίζω να επισκεφθώ τις τουαλέτες, για να τραγουδήσω, μιας και η ακουστική τους ενδείκνυται για μια τέτοια δραστηριότητα. Η πιθανότερη κατάληξη αυτής μου της πρωτοβουλίας, θα συμπεριλάμβανε, όχι μόνο τον διωγμό μου από το club, αλλά και την, δια παντός, απαγόρευση της μελλοντικής μου εισόδου στο μαγαζί. Αν, όμως, έχεις πνευμόνια και φωνή, σαν της Florence Welch, τότε όχι μόνο δε σε διώχνουν από το club, αλλά σου βγάζουν δίσκο, σου δίνουν τη δυνατότητα να κατακτήσεις τον κόσμο, να παίξεις στο «Glastonbury» και να γίνεις σιχαμερά πλούσια.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ας ανατρέξουμε στο 2009 και στο πρώτο μουσικό πόνημα της Welch και της παρέας της (a.k.a. Machine). O λόγος, για το “Lungs”. Το “Lungs” αντιπροσωπεύει όλα αυτά τα στοιχεία και τα μυστικά, για ένα εκπληκτικό πρώτο album, που κάνει την προσπάθεια για την κυκλοφορία ενός εξίσου καλού δεύτερου album, εξαιρετικά δύσκολη. Εν έτει 2009, η Florence αρχίζει να συσπειρώνει ένα φανατικό κοινό γύρω της. Τριγυρνά σαν αγρίμι πάνω στη σκηνή και αρχίζει να γράφει τη δική της ιστορία στη μουσική, με τραγούδια όπως το “Dog Days Are Over”, “Rabbit Heart Raise It Up”, “Cosmic Love” και “You’ve Got The Love”.  Μέσα σε ένα χρόνο, γίνεται εικόνισμα στο προσκεφάλι του κάθε hipster αλλά και του κάθε μουσικόφιλου, που έψαχνε να βρει κάτι νέο μέσα στον κυκεώνα της pop. Fast Forward, δύο χρόνια, και η πορφυρή θεά, με την καθηλωτική φωνή, επιστρέφει δισκογραφικά, με το “Ceremonials”.  Στο δεύτερο αυτό δίσκο, η Welch δεν πάτησε στα χνάρια του “Lungs” και δικαιώθηκε. Ο ήχος της γίνεται περισσότερο πομπώδης, η ενορχήστρωση των τραγουδιών γίνεται πιο μεστή, τα backing vocals αναλαμβάνουν χορωδίες,  η σκηνική της παρουσία καθίσταται περισσότερο επιβλητική,  το κοινό της διευρύνεται, ενώ παράλληλα, πραγματοποιείται και το άλμα από μικρούς χώρους, σε αχανή στάδια. Το “No Light, No Light”, το “Shake It Out” και το “Spectrum”, μετουσιώνουν αυτήν την ηχητική και αισθητική αλλαγή. Μετά το τέλος της παγκόσμιας  περιοδείας, που συνόδευσε το Ceremonials, η Welch και η παρέα της αποσύρονται από το μουσικό προσκήνιο, για να κάνουν ένα διάλειμμα και να προετοιμάσουν το τρίτο και πλέον, πολυαναμενόμενο album.

Οι «Florence and The Machine» φεύγουν από το Λονδίνο και επισκέπτονται το Los Angeles, για να ηχογραφήσουν το “How Big, How Blue, How Beautiful”. O τίτλος του τρίτου album είναι εμπνευσμένος από τον ουρανό του Los Angeles – πόσο ρομαντικό! Η Welch και σε αυτό το album, εξακολουθεί να λειτουργεί σαν χαμαιλέοντας, προσαρμόζοντας τη μουσική της κατεύθυνση, στη διάθεση και τις εμπειρίες της. Το “How Big, How Blue, How Beautiful”  δε μοιάζει με καμία προηγούμενη κυκλοφορία τους. Η Welch, μάλιστα, «αποτάσσεται» τα αραχνοΰφαντα και υιοθετεί τα ανδρόγυνα κουστούμια. Ακόμα και αυτή η επιφανειακή στιλιστική αλλαγή, αντιπροσωπεύει τη συναισθηματική και μουσική της ωρίμανση.  Πρόκειται για ένα άκρως προσωπικό album, που περιγράφει τη συναισθηματική απογύμνωση της Welch, η οποία έχει πληγωθεί, πονάει, υποφέρει, διαλύεται και εν τέλει, βρίσκει λύτρωση, μέσα από τα τραγούδια της.

Στιχουργικά, παρουσιάζεται εύθραυστη και συνάμα, δυναμική, πληγωμένη και ταυτόχρονα, έτοιμη για όλα. Οι στίχοι της παίρνουν άλλη διάσταση, μέσα από την ιδιαίτερη θεατρική φωνή της, κάτι που δεν είχαμε δει στις προηγούμενες κυκλοφορίες της.

Το εναρκτήριο λάκτισμα δίνεται με το  δυναμικό “Ship To Wreck” , το οποίο ακολουθεί το εξίσου ενεργητικό “What Kind Of Man”. Σπαρακτική φωνή – τραγουδά και νιώθεις την καρδιά της να σκίζεται – έντονα κιθαριστικά riffs και επικά πνευστά, κυριαρχούν σε όλη την έκταση των τραγουδιών. Τα πνευστά έρχονται σε πρώτο πλάνο και στην κορύφωση του ομότιτλου τραγουδιού, δημιουργώντας μια λυρική διάθεση χαρμολύπης . Οι τόνοι πέφτουν στο “Long And Lost”, όπου ξεδιπλώνονται τα ντελικάτα φωνητικά της Welch, συνοδευόμενα από μια jazz μινιμαλιστική μελωδία. Τα ίδια φωνητικά σειρήνας που σε μαγεύει, εντοπίζονται και στο “St.Jude”, όπου και πάλι, η ενορχήστρωση διατηρεί μια πιο υποτονική χροιά. Στο “Cought”, τα soulful φωνητικά κερδίζουν την προσοχή του ακροατή και η Florence, μέσα από τους στίχους της, ακούγεται πιο κατασταλαγμένη από ποτέ.  Διατηρώντας τα soulful φωνητικά και παράλληλα, εμπλουτίζοντάς τα με καταιγιστικά drums, η Welch ακούγεται, σχεδόν, σαν να απαγγέλει στο “Third Eye”. H Welch επιστρέφει στις glossy rock-blues ρίζες της, μέσα από το “Mother”, όπου ακούμε και τις πιο «σκληροπυρηνικές» κιθάρες του album. Αυτό το, βαθειά βιωματικό,  album, στο σύνολό του, διακατέχεται από μεταπτώσεις, ηχητικές, στιχουργικές και συναισθηματικές. Μεταπτώσεις, που αντιπροσωπεύουν τη ζωή, την εξιλέωση και τη λύτρωση.

Και αφού αποδόμησα ολοκληρωτικά το “How Big, How Blue, How Beautiful”, χάριν της κριτικής, το μόνο γενικό σχόλιο που έχω να παραθέσω, είναι το εξής: «Florence did it again». Αυτό το θηλυκό πρότυπο cool rockstar, έβγαλε τα εσώψυχά του και συνέθεσε ένα album – κατάθεση ψυχής, που όχι μόνο δεν απογοητεύει, αλλά μας αποζημιώνει ολότελα, για όλο αυτό το διάστημα προσμονής. Το “HB HB HB”, είναι το album, στο οποίο, πάντα, θα γυρνάς, αναζητώντας τη μουσική αντιστοιχία της ζωής, σε οποιαδήποτε έκφανσή της.

 

*To νέο album των Florence and the Machine κυκλοφόρησε στις 2 Ιουνίου 2015, από την Island Records, σε ψηφιακή μορφή, βινύλιο και cd!

 

 

 

Τα καλυτερα νεα καθε εβδομαδα στο mail σου!